Τὸ ξέρω πὼς καθένας μοναχὸς πορεύεται στὸν ἔρωτα, μοναχὸς στὴ δόξα καὶ στὸ θάνατο.
Τὸ ξέρω. Τὸ δοκίμασα. Δὲν ὠφελεῖ. Ἄφησέ με νἄρθω μαζί σου ~ Η Σονάτα του Σεληνόφωτος

Lisa

Δεν ζω ούτε στο παρελθόν μου, ούτε στο μέλλον μου. Έχω μόνο το παρόν, αυτό με ενδιαφέρει. Αν μπορείς να μένεις πάντα στο παρόν θα είσαι ένας ευτυχισμένος άνθρωπος, γιατί είναι πάντα και μόνο η στιγμή που ζούμε. ~ Paulo Coelho

Δευτέρα, 11 Φεβρουαρίου 2013

Ώρα για παραμύθι..



Once upon a time
Once upon a time..
Once upon a time...

Μια φορά κι ένα καιρό, σ' ένα μέρος πολύ μακρινό ζούσε μια πριγκίπισσα. Ήταν φυλακισμένη σε μια ανοιχτή φυλακή. Ελεύθερη να κάνει ότι θέλει, μα όχι να φύγει. Προσπαθούσαν να της το κρύψουν, μα αυτή το ήξερε. Ήξερε πώς δεν είναι αυτή η δική της ζωή, πως υπάρχουν πολλά που δεν έχει δει. Φανταζόταν ένα κόσμο φτιαγμένο μόνο γι' αυτή. Χτισμένο με τα όνειρα που χτίσανε γύρω της τη μικρή φυλακή. Χτισμένο με τείχη ευτυχίας και πύλες αγάπης. Αλλά δεν ήταν έτσι.
Γιατί τόσα χρόνια το μόνο που δεν της μάθανε ποτέ ήταν η ελευθερία. Ήταν για δικό της καλό, μα έχτισε μια ουτοπία γύρω της. Γιατί ελευθερία είναι να πονάς, να φοβάσαι, να νιώθεις μόνος. Και μέσα σ' όλα αυτά να μαζεύεις δυνάμεις και να τα ξεπερνάς. Να μαζεύεις στιγμές ευτυχίας και να φτιάχνεις το δικό σου κολλάζ. Να πολεμάς κάθε μέρα. Για ένα καλύτερο αύριο, για περισσότερες στιγμές ευτυχίας, για ένα μεγαλύτερο κολλάζ. Να ψάχνεις την επίπονη αλήθεια, αντί το τρυφερό ψέμα. Να καίγεσαι.
Πέρασαν πολλά χρόνια περιμένοντας τον πρίγκιπα που θα εμφανιστεί ξαφνικά ένα πρωινό και θα την πάρει μαζί στο βασίλειο του. Μέρες και νύχτες πέρασαν κι αυτή αγνάντευε τον ορίζοντα, ψάχνοντας το σημάδι του. Μερόνυχτα που ονειρευόταν το μακρινό βασίλειο.
Ώσπου μια μέρα αποφάσισε να μην τον περιμένει πια. Να πάει να τον βρει αυτή. Να το σκάσει κρυφά από τη φυλακή της. Να ψάξει, να ταξιδέψει, να ξεφύγει, να πολεμήσει. Με μια λέξη να ζήσει. Τ' αγαπημένα της πρόσωπα -αυτοί που έχτισαν μια φυλακή φτιαγμένη από αγάπη για να την προστατέψουν- προσπάθησαν να τη σταματήσουν, να την προειδοποιήσουν. Της τόνισαν πως δεν υπάρχει επιστροφή. Της ζήτησαν να παραμείνει για λίγο ακόμα παιδί. Αλλά η πριγκίπισσα είχε μεγαλώσει πια. Διάλεξε την πραγματικότητα. Διάλεξε ν' αφήσει τη δική της φυλακή. Διάλεξε αυτό που νόμιζε ότι μπορούσε να έχει. Κι έτσι ξεκίνησε να βρει τον πρίγκιπα της.
Τον πρώτο καιρό χάρηκε. Εκείνη η πρωτόγνωρη ευτυχία κατέκλυσε όλο της το είναι. Ήταν ελεύθερη. Ελεύθερη κι ευτυχισμένη. Είχε ξεχάσει το τίμημα. Σύντομα, όμως, κατάλαβε από τι προσπαθούσαν να την προστατέψουν. Έζησε τη μια απογοήτευση μετά την άλλη. Φίλησε πολλούς πρίγκιπες που έγιναν βάτραχοι και πολλούς βατράχους που δεν έγιναν πρίγκιπες. Πολλοί ψεύτικοι πρίγκιπες τη χρησιμοποίησαν για δικούς τους σκοπούς, κι ύστερα έφυγαν σαν να μην τρέχει τίποτα. Πολλοί εξαφανίστηκαν απ' τη ζωή της χωρίς αφορμή, χωρίς εξήγηση, χωρίς αιτία, σαν να μην υπήρξαν ποτέ. Στο τέλος δεν το καταλάβαινε καν. Ένιωσε το μίσος και την κακία των ανθρώπων. Βρέθηκε υπαίτια χωρίς να φταίει. Συχνά γινόταν θύμα των περιστάσεων. Γνωρίστηκε με την αλήθεια και τον πόνο που την συνοδεύει. Κάποιες αλήθειες τις είδε με τα μάτια της, άλλες τις άκουσε, κάποιες τις διάβασε στα μάτια των άλλων, μερικές τις ανακάλυψε μόνη της, λίγες τις φαντάστηκε, πολλές δε θα τις μάθει ποτέ..
Ο πρώτος πρίγκιπας ήταν ένας έκπτωτος αριστοκράτης.
Ο δεύτερος ένας βάτραχος που φίλησε με την ελπίδα να μεταμορφωθεί σε πρίγκιπα.
Ο τρίτος ένας ανερχόμενος γαλαζοαίματος.
Ο τέταρτος ένας μεταμφιεσμένος αλήτης και εγκληματίας.
Ο πέμπτος ήταν ένας πραγματικός πρίγκιπας, μα η βασίλισσα δεν την ήθελε στο βασίλειο τους.
Βρήκε και μερικούς ακόμη, όλοι όμως είχαν την ίδια κατάληξη. Κάποτε, μετά από καιρό, είχε πλέον βαρεθεί αυτή την αέναη αναζήτηση χωρίς επιτυχία, είχε κουραστεί, είχε χάσει κάπου στην πορεία και το διάδημα της, το τακούνι απ' το γοβάκι της είχε σπάσει, ήταν οργισμένη -δεν υπάρχουν και zanax στην παραμυθοχώρα- κάθισε σ' ένα βράχο να ξεκουραστεί. Δίπλα περνούσε ένα ρυάκι, με γάργαρο νερό, κι έσκυψε να πιει, να ξεδιψάσει. Σκύβοντας, όμως, είδε την όψη της στο νερό.
Το καθρέπτισμα της την τρόμαξε, πρώτη φορά έβλεπε αυτή την κοπέλα. Αυτή δεν ήταν πριγκίπισσα, ήταν μια κοινή θνητή. Το δέρμα της είχε χάσει τη λάμψη του, τα μαλλιά της ήταν ανακατεμένα, τα μάτια της ήταν κόκκινα, πρησμένα απ' το κλάμα, μαύροι κύκλοι είχαν ζωγραφιστεί από κάτω τους. Το φόρεμα της ήταν σκισμένο(της το 'σκισε ο εγκληματίας που γνώρισε), τα πόδια της γδαρμένα(τρέχοντας να γλιτώσει απ' αυτόν σκόνταψε σε μια πέτρα κι έπεσε), το τακούνι απ' το γοβάκι όπως είπαμε και πριν ήταν σπασμένο, το μισοφόρι της μέσα στις λάσπες. Σκέφτηκε του γονείς της κι αν θα την αναγνωρίζανε σ' αυτή την κατάσταση, χωρίς καν να φορά το στέμμα της. Αναστέναξε.
Αυτή τη φορά όμως αποφάσισε πως είχε κλάψει αρκετά. Πήρε μια βαθιά ανάσα και αποφάσισε να επιστρέψει στο δικό της παλάτι, στην Πέρα Χώρα, και να μη κοιτάξει πίσω της ποτέ. Να πάει στη μαμά-βασίλισσα και το μπαμπά-βασιλιά, να κλειστεί στην αγκαλιά τους για πάντα. Μακριά από τον πόνο, μακριά απ' τη λύπη, την κακία, την εγκατάλειψη, την προδοσία, την εκμετάλλευση. Μακριά απ' όλους τους πρίγκιπες -αληθινούς και μη- του κόσμου.
Με μια κίνηση, σηκώθηκε απ' την πέτρα και ξεκίνησε να γυρίσει σπίτι. Πόση δύναμη βρήκε ξαφνικά με αυτή της την απόφαση! Ενώ ήταν έτοιμη να παραιτηθεί, εκεί, σ' εκείνο το βράχο, σ' εκείνο το ρυάκι, η θύμηση των γονιών της της έδωσε κουράγιο..
Ταξίδευε πολύ καιρό -η αναζήτησή της την είχε πάει πολύ μακριά- ώσπου τελικά αντίκρυσε τα τείχη του βασιλείου της να ορθώνονται μπροστά της. Αναρίγησε όλο συγκίνηση∙ Κίνησε να διαβεί τις ολόχρυσες πύλες, μα μόλις ζύγωσε είδε το καθρέπτισμα της στο λαμπερό μέταλλο. Γι' άλλη μια φορά τρόμαξε.
Η όψη της αυτή τη φορά ήταν δυο φορές χειρότερη. Τα ρούχα της ήταν σε ακόμη τραγικότερη κατάσταση και τα γοβάκια της τα έκλεψε ένας απατεώνας πρίγκιπας στο δρόμο. Η πριγκίπισσα έβαλε τα κλάματα. Πώς θα έμπαινε έτσι στο βασίλειό της; Πώς θα εμφανιζόταν στους γονείς της σε αυτή την κατάσταση; Πώς θα την αναγνώριζαν;
Ενώ η πριγκίπισσα μας έκλαιγε, η χρυσή πύλη άνοιξε και βγήκε ένας πρίγκιπας. Την είδε. Τον είδε. Γνωριζόντουσαν από παλιά. Ο πρίγκιπας ήταν ανέκαθεν ερωτευμένος μαζί της, αυτή όμως δεν υπέκυπτε. Ήθελε κάτι άλλο. Της ήταν πολύ οικείος κι έψαχνε κάτι μακρινό. Δε μπορούσε να δει τι βρισκόταν ακριβώς μπροστά της. Και να που τώρα βρέθηκε ξανά στο δρόμο της. Η πριγκίπισσα ήταν σίγουρη ότι δε θα την αναγνώριζε σε αυτή την κατάσταση.
Κι όμως αυτός την κατάλαβε. Αρκούσε μια ματιά μονάχα. Κι ας μη φορούσε το στέμμα της, κι ας ήταν κουρέλια τα ρούχα της. Τη φώναξε με τ' όνομά της κι αυτή γύρισε. Ύστερα της άπλωσε το χέρι και τη βοήθησε να σηκωθεί.
Την πήρε στον πύργο του, την περιποιήθηκε, διέταξε να της φέρουν καινούρια ρούχα. Μα αυτή, μετά απ' όσα πέρασε φοβόταν να τον αφήσει να την πλησιάσει. Της έδωσε ένα υπέροχο δωμάτιο, κατάλληλο για πρίγκιπες και βασιλείς. Ό,τι ήθελε το είχε. Κατάφερε να της κλέψει ένα φιλί, αλλά η πριγκίπισσα όρθωσε ξανά έναν τεράστιο τοίχο ανάμεσά τους. Φοβόταν ν' αφεθεί, να εμπιστευτεί ξανά. Ο πρίγκιπας στο τέλος διέταξε να της φτιάξουν ένα διάδημα, αριστοκρατικό και μεγαλοπρεπές, αντάξιο της αίγλης του βασιλείου της μα και της ομορφιάς της. Θα της το έδινε και θα την άφηνε να φύγει. Κατάλαβε πως δε μπορούσε πια να την κρατά παρά τη θέληση της.
Τη μέρα που της έδωσε το νέο στέμμα και της είπε πως μπορεί να γυρίσει στην οικογένειά της, η πριγκίπισσα ξαφνικά λυπήθηκε. Φοβήθηκε στη σκέψη πως θα τον χάσει. Αργά, αλλά σταθερά τον συνήθισε, τον εμπιστεύτηκε, τον ερωτεύτηκε. Ωστόσο, ακόμη δίσταζε να του πει πως νιώθει. Είχε υποσχεθεί στον εαυτό της ότι δε θα μπλέξει ξανά με πρίγκιπες. Άρχισε, όμως, σιγά-σιγά να γκρεμίζει τον τοίχο ανάμεσά τους..
Αρχικά του ζήτησε να μείνει λίγο ακόμη στο κάστρο του, να προετοιμαστεί για την επικείμενη συνάντηση. Ύστερα ένα χάδι, μια αγκαλιά, ένα φιλί... Λιθαράκι λιθαράκι ο τοίχος γκρεμιζόταν. Ήρθαν κοντά. Η πριγκίπισσα αποφάσισε να τα ρισκάρει όλα για όλα. Άλλη μια φορά, μια τελευταία φορά να προσπαθήσει. Έτσι κι έκανε.
Ήταν και οι δύο τόσο ευτυχισμένοι.. Μα και η οικογένεια του πρίγκιπα το ίδιο. Ένας βασιλικός γάμος ήταν στα σκαριά, έπρεπε όμως πρώτα η πριγκίπισσα να βρει την οικογένειά της. Έτσι, ένα πρωινό το ζευγάρι πήρε την πιο μεγαλοπρεπή άμαξα του βασιλείου και ξεκίνησε για την Πέρα Χώρα.
Ο βασιλιάς και η βασίλισσα δάκρυσαν όταν είδαν την πριγκίπισσα τους. Ήταν ευτυχισμένη, ερωτευμένη και φορούσε το ομορφότερο στέμμα που είχε δει ανθρώπου μάτι. Πρόσεξαν ότι ο πρίγκιπας που τη συνόδευε ήταν ο γιος των αγαπητών τους φίλων. Αυτός για τον οποίο την προόριζαν. Ξαφνικά χάρηκαν που την άφησαν να φύγει. Γιατί ακολούθησε τελικά τον ίδιο δρόμο που θα της επέβαλλαν αυτοί.
Και κάπως έτσι, κάλεσαν τους γονείς του πρίγκιπα κι άρχισαν τις ετοιμασίες για το γάμο...

Θα σας έλεγα πως ζήσανε αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα,
αλλά η ιστορία μας είναι ακόμη στην αρχή κι εγώ δεν έμαθα το τέλος.
Γι αυτό θα πω απλά: Συνεχίζεται...




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου