Τὸ ξέρω πὼς καθένας μοναχὸς πορεύεται στὸν ἔρωτα, μοναχὸς στὴ δόξα καὶ στὸ θάνατο.
Τὸ ξέρω. Τὸ δοκίμασα. Δὲν ὠφελεῖ. Ἄφησέ με νἄρθω μαζί σου ~ Η Σονάτα του Σεληνόφωτος

Lisa

This is thy hour O Soul, thy free flight into the wordless. Away from books, away from art, the day erased, the lesson done. Thee fully forth emerging, silent gazing, pondering the themes thou lovest best. Night, sleep, death, and the stars. - Walt Whitman

Δευτέρα 24 Μαρτίου 2014

Η ώρα της γης


Όλοι νομίζαμε πως ήταν ένας ακόμα σεισμός, μέχρι που καταλάβαμε ότι η γη είχε φύγει κάτω από τα πόδια μας, κυριολεκτικά και μεταφορικά.

Από τη Νίκη, όπως τα διηγήθηκε στη Μαρία Πετρίδη

Μετακόμισα στο Τόκιο πριν από ένα χρόνο, για δουλειά. Η μητέρα μου είναι Γιαπωνέζα κι ο πατέρας μου Έλληνας, μεγαλωμένος στην Αμερική. Τα πρώτα χρόνια της ζωής μου τα έζησα ανάμεσα σε Αμερική και Ιαπωνία, ενώ όταν έγινα 13 χρόνων μετακομίσαμε στην Αθήνα. Στην Ιαπωνία έμεινα τρία χρόνια συνεχόμενα όταν ήμουν 21 για σπουδές κι έτσι, όταν έμαθα για μια δουλειά εκεί, δεν το σκέφτηκα καθόλου. Το θέμα των σεισμών ούτε που πέρασε από το μυαλό μου.
Στην Ιαπωνία μόλις μάθεις να περπατάς, μαθαίνεις και τι να κάνεις όταν γίνεται σεισμός. Οι Έλληνες φίλοι μου θαυμάζουν την εκπαίδευσή μου σε αυτό το θέμα, αλλά από την άλλη δεν καταλαβαίνουν πώς είμαστε τόσο απαθείς όταν γίνεται ένας σεισμός. Είναι απλό: Για την Ιαπωνία ένας σεισμός είναι ό,τι ένας καύσωνας για την Ελλάδα. Ξέρεις ότι κάποια στιγμή θα συμβεί και έχεις μάθει να το αντιμετωπίζεις.

Κουνήσου απ’ τη θέση σου
Τη στιγμή του μεγάλου σεισμού βρισκόμουν σε ένα πολυκατάστημα. Έσκυψα κάτω από έναν πάγκο δίπλα σε ένα ζευγάρι και το μόνο που σκέφτηκα ήταν πως ή είχα ξεχάσει εντελώς τους γιαπωνέζικους σεισμούς ή αυτός εδώ κρατούσε ασυνήθιστα πολύ. Όταν σταμάτησε, όλα έγιναν όπως πριν. Αποφάσισα να γυρίσω σπίτι αμέσως. Μία εβδομάδα πριν είχε έρθει η μητέρα μου να επισκεφθεί εμένα και την αδελφή της, οπότε το μυαλό μου πήγε αμέσως σε εκείνες.
Ντράπηκα να τους τηλεφωνήσω.
Για εκείνες μάλλον ήταν ένας σεισμός ρουτίνας. Στο δρόμο είδα κάποιες μικρές ζημιές. Δεν ξέρω τι ακριβώς κέντρισε το υποσυνείδητό μου, πάντως άρχισα να αγχώνομαι. Και, όπως αποδείχτηκε, δεν ήμουν μόνο εγώ που ένιωθα αναστάτωση.

Ώρες κοινής ανησυχίας
Μετά από λίγο είδα κόσμο να βγαίνει από τα κτίρια, κάτι που δεν συνηθίζεται στην Ιαπωνία, όπου μετά από ένα σεισμό όλοι επιστρέφουν σ’ αυτό που έκαναν. Δεν υπήρχε πανικός ή φόβος, μόνο απορία. Όλοι κοιτούσαμε γύρω μας χωρίς να ξέρουμε ακριβώς το γιατί. Οι άνθρωποι ήταν ψύχραιμοι, αλλά στα πρόσωπά τους έβλεπα αμηχανία. Νομίζω πως το ένστικτο, οι αισθήσεις, τα σώματά μας αναγνώρισαν ότι αυτό που νιώσαμε ήταν γνώριμο, αλλά συγχρόνως και πολύ διαφορετικό. Δεν ήταν απλώς ένας πολύ μεγάλος σεισμός. Η ανησυχία μου μεγάλωνε, αλλά η λογική μού έλεγε πως ήμουν ανόητη.
Ξεκίνησα για το σπίτι. Φτάνοντας στο σταθμό, διαπίστωσα ότι το τρένο μου είχε διακόψει τη λειτουργία του και συνέχισα με τα πόδια – σχεδόν τρεις ώρες περπάτημα. Κι αυτό δεν ήταν καθόλου φυσιολογικό για την Ιαπωνία, όπου εύκολα θα έλεγες ότι τίποτα δεν σταματάει να δουλεύει ποτέ. Ο σεισμός όμως είχε τελειώσει και δεν είχε φύγει ούτε ένα τούβλο από τη θέση του. Σκέφτηκα πως ήμουν υπερβολική, πως ήθελα απλά το δράμα μου. Ήμουν σίγουρη πως η θεία και η μητέρα μου θα γελούσαν μαζί μου όταν θα επέστρεφα και θα τους έλεγα τι είχα σκεφτεί.

Πυρ, σεισμός και θάλασσα
Δυστυχώς, τα νέα επαλήθευσαν το ότι κάτι έξω από τα συνηθισμένα είχε συμβεί. Μετά το σεισμό ένα τεράστιο τσουνάμι είχε φέρει τα πάνω κάτω στην ανατολική Ιαπωνία. Κάθε ώρα που περνούσε, τα νέα γίνονταν χειρότερα. Οι αριθμοί που μαθαίναμε για τους νεκρούς μεγάλωναν συνέχεια. Ήταν τόσο μεγάλο το σοκ, που όλα μέσα μου είχαν παγώσει. Μια συνάδελφος μου είπε πως ένιωθε σαν να είχε πέσει σε κώμα και άκουγε όσα συνέβαιναν γύρω της ανήμπορη να κάνει και να αισθανθεί οτιδήποτε.
Όλοι είχαν κάποιο φίλο ή συγγενή να αναζητήσουν ανάμεσα στους αγνοούμενους. Οι Ιάπωνες είναι φοβερά μετρημένοι με τα αισθήματά τους, δεν δείχνουν ούτε τη χαρά ούτε τη λύπη τους. Έχουν πάντα μια ουδέτερη έκφραση ευγένειας και στωικότητας. Πρώτη φορά έβλεπα στο πρόσωπό τους συναίσθημα. Και ήταν εκφράσεις όχι μόνο απελπισίας και πόνου, αλλά και αδυναμίας. Είναι ένας λαός που έχει μάθει τόσο πολύ στον έλεγχο και την τάξη, που κάτι τόσο ανεξέλεγκτο δεν υπάρχει καν στη λογική του.

Χειρότερα γίνεται
Η ελληνική μου φύση ήταν, νομίζω, αυτή που με έκανε να νιώθω ότι είμαι σε πλεονεκτική θέση σε σχέση μ’ εκείνους. Ξέρω καλά ότι όλα είναι πιθανά. Ότι ο άνθρωπος δεν μπορεί να είναι τέλειος, όσο πειθαρχημένος κι αν είναι. Δεν έχω την απόλυτη εμπιστοσύνη που έχουν οι Ιάπωνες στο σύστημα, από την άλλη πλευρά δεν μπορώ να φανταστώ κανέναν άλλο λαό να αντιμετωπίζει τόσο οργανωμένα και αποτελεσματικά ένα τέτοιο γεγονός. Οπουδήποτε αλλού τα πάντα θα είχαν καταρρεύσει.
Δεν αργήσαμε να μάθουμε ότι μια ολόκληρη πόλη είχε αφανιστεί και λίγο αργότερα, πριν ακόμα συνέλθουμε από το σοκ, τα δελτία ειδήσεων ανακοίνωσαν ότι ένα πρόβλημα στον πυρηνικό αντιδραστήρα της Φουκουσίμα απειλούσε με διαρροή ραδιενέργειας την περιοχή. Και μετά, ότι έπρεπε να εκκενωθούν οι πόλεις σε ακτίνα 20 χλμ. και αργότερα σε ακτίνα 50 χλμ. Ήταν εφιαλτικό.

Εδώ να μείνεις;
Ο σεισμός ήταν ο πρόλογος μιας ιστορίας που δεν μπορείς να βρεις λόγια για να τη διηγηθείς. Η μητέρα και η θεία μου έτρεχαν να βοηθήσουν σε όποια οργάνωση ήξεραν, ενώ εγώ έλεγα ξανά και ξανά ότι έπρεπε να φύγουμε μόλις βρίσκαμε αεροπλάνο. Όμως η θεία μου δεν δεχόταν να φύγει. Επέμενε πως η ραδιενέργεια δεν μας απειλούσε, πως οι αρχές θα μας ειδοποιούσαν. Θεωρούσε δειλία να το βάλει στα πόδια. Εγώ σκεφτόμουν πως ούτε οι αρχές ούτε κανείς άλλος θα μας έλεγε την αλήθεια. Η απειλή της ραδιενέργειας με είχε πανικοβάλει. Ήταν δυνατό να την περιορίσουν; Η τεχνολογία και η οργάνωση είναι υποδειγματικά στην Ιαπωνία, όμως φτάνει αυτό;
Ο πατέρας μου και οι φίλοι μας στην Ελλάδα είχαν τρελαθεί από αγωνία. Μου έστελναν συνέχεια μέιλ με πληροφορίες από τον ελληνικό Τύπο και μου έγραφαν πως είμαι τρελή που δεν σέρνω τη μητέρα μου από τα μαλλιά για να φύγουμε. Δεν ήξερα πώς να νιώσω. Κάθε λεπτό έφερνε και μία ανατροπή.
Δεν επρόκειτο πια για ένα ατυχές συμβάν, περιορισμένης εμβέλειας. Επρόκειτο για μια καταστροφή που θα επηρεάσει για χρόνια όλο τον πλανήτη. Μου φαινόταν πολύ άδικο αυτό που είχε συμβεί. Ήταν λες και ο θεός του σεισμού είχε αποφασίσει να τιμωρήσει τους Ιάπωνες για την ύβρη τους, να μένουν τόσα χρόνια όρθιοι στο πέρασμά του.

Αρνητική ενέργεια
Κάθε μέρα μαθαίνουμε και κάτι πιο δυσοίωνο. Κανείς δεν ξέρει πότε θα τελειώσει αυτή η απαίσια ιστορία και πώς. Ευτυχώς η θεία μου πείστηκε να φύγουμε. Για κάποιον που δεν έχει ζήσει στην Ιαπωνία, οι άνθρωποι φαίνονται ακόμα φοβερά δυνατοί και ψύχραιμοι, όμως στην πραγματικότητα όλο αυτό έχει πλήξει την υπερηφάνεια τους. Το βλέπω στον τρόπο που κοιτάζονται μεταξύ τους, το ακούω στις κουβέντες τους. Δεν είναι μόνο η θλίψη για τη φυσική καταστροφή που σου σκίζει την καρδιά, είναι και η ανθρώπινη αδυναμία, που για την ιαπωνική κουλτούρα είναι ανυπόφορη. Νιώθουν ότι έχουν προδοθεί από τον εαυτό τους. Δεν είναι εύκολο να βλέπεις να ανατρέπεται όλη η φιλοσοφία με την οποία έχεις μεγαλώσει.
Όσο περνούν οι μέρες, σκέφτομαι πως είναι αφελές να νομίζεις πως μπορείς να σταθείς απέναντι στη φύση. Όσο άψογα συστήματα κι αν φτιάξεις, όσο προετοιμασμένος κι αν νομίζεις ότι είσαι, η φύση κάποια μέρα θα σε διαψεύσει. Ακόμη κι αν είσαι ο πιο συνεπής και πειθαρχημένος λαός του κόσμου.

Sad but true

➤ O σεισμός που σημειώθηκε στις 11 Μαρτίου στην Ιαπωνία ήταν 8,9 βαθμοί της κλίμακας Ρίχτερ.

➤ Ο σεισμός μετατόπισε τον άξονα της Γης κατά σχεδόν 10 εκατοστά, γεγονός που θα επηρεάσει και τη διάρκεια της ημέρας.

➤ 4,4 εκατομμύρια σπίτια στη βορειοανατολική Ιαπωνία έμειναν χωρίς ρεύμα. Η τελευταία διακοπή ρεύματος στη χώρα είχε συμβεί στη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.

➤ Το ατύχημα στον αντιδραστήρα της Φουκουσίμα τοποθετήθηκε από την Ιαπωνική Υπηρεσία Πυρηνικής και Βιομηχανικής Ασφάλειας στο 7, δηλαδή στην ανώτερη βαθμίδα σοβαρότητας πυρηνικών κρίσεων της διεθνούς κλίμακας.

➤ 100.000 άτομα έχουν απομακρυνθεί από περιοχές γύρω από τη Φουκουσίμα.


Πηγή: Cosmopolitan

Straight up


Η πιο μακροχρόνια σχέση μου ήταν με γυναίκα και τελείωσε όταν εκείνη έκανε εγχείρηση αλλαγής φύλου. Κι όμως, ποτέ δεν θεώρησα τον εαυτό μου γκέι.

Από την Έλλη, όπως τα διηγήθηκε στην Αλίνα Χατζιδάκι

Μεγάλωσα σ’ ένα σπίτι γεμάτο γυναίκες. Ήμουν η δεύτερη από πέντε κορίτσια, που ζούσαμε σχετικά αρμονικά μεταξύ μας σε μια μικρή πόλη, παλεύοντας η καθεμία με τον τρόπο της σε μια μάλλον δύσκολη οικογενειακή καθημερινότητα. Ο πατέρας μου είχε πρόβλημα με τον τζόγο και η μητέρα μου ήταν αλκοολική, παρόντες απόντες και οι δύο ουσιαστικά από τις ζωές μας, συνεπείς μονάχα στο να δημιουργούν τα –πρακτικά κυρίως– δράματα που έχω να θυμάμαι από τα παιδικά μου χρόνια.
Όπως είναι σχεδόν αναμενόμενο σε οικογένειες σαν τη δική μας, το σχολείο, οι σπουδές και τα μεγαλεπήβολα πλάνα δεν ήταν προτεραιότητα. Οι άλλες αδελφές μου, εκτός από μία, παντρεύτηκαν πολύ μικρές κι εγώ ήμουν η μόνη που τελείωσε το σχολείο, κάτι που στην αρχή πίστευα ότι συνέβη επειδή ήμουν η λιγότερο όμορφη, οπότε δεν μπορούσα να επενδύσω στο ενδεχόμενο να με σώσει μια πρόταση γάμου. Σπούδασα λογιστική με τα χίλια ζόρια και έκανα άπειρες προσωρινές δουλειές από το γυμνάσιο ακόμα – τόσες, που δεν τις θυμάμαι καν όλες.

First time, first love
Οι σχέσεις μου με τους άντρες ήταν ανύπαρκτες. Φυσικά, υπήρχαν διάφορα αγόρια που μου άρεσαν κατά καιρούς, αλλά όλα έμεναν σε θεωρητικό επίπεδο, στο μυαλό μου. Η αυτοπεποίθησή μου ως γυναίκας ήταν μηδαμινή και ταυτόχρονα είχα μια πολύ ρομαντική αντίληψη για τον έρωτα, που προφανώς δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα. Αν μη τι άλλο, δεν ήμουν διατεθειμένη να κάνω εφήμερες σχέσεις ή σεξ μόνο για το σεξ.
Στα 18 μου γνώρισα ένα αγόρι που μου φάνηκε διαφορετικό και με προσέγγισε με τρόπο που με γοήτευσε. Γίναμε ζευγάρι και τον ερωτεύτηκα πραγματικά. Έτσι, μετά από κάποιο διάστημα αποφάσισα να κάνω το μεγάλο βήμα και να κοιμηθώ μαζί του. Εκείνος την επόμενη κιόλας μέρα εξαφανίστηκε και δεν απαντούσε στα τηλεφωνήματά μου. Όταν τελικά κατάφερα να του μιλήσω, μου είπε μόνο πως «δεν πάει μεταξύ μας» κι έβαλε άδοξο τέλος σ’ αυτό που μέχρι τότε νόμιζα μεγάλο έρωτα.
Άργησα πολύ να ξεπεράσω αυτή την απογοητευτική εμπειρία, που με έκανε πολύ δύσπιστη και επιφυλακτική απέναντι στους άντρες. Δεν έκανα άλλη σχέση και αφοσιώθηκα στο να τελειώσω τη σχολή μου, να βρω μια δουλειά της προκοπής και να δημιουργήσω καλύτερες συνθήκες στη ζωή μου. Τότε είναι που παρουσιάστηκε η ευκαιρία να εργαστώ σ’ έναν τοπικό ραδιοφωνικό σταθμό, την οποία άρπαξα αμέσως, καθώς ακουγόταν πολύ πιο ενδιαφέρουσα απ’ όσα είχα κάνει μέχρι τότε. Σε όλα τα επίπεδα, όπως αποδείχτηκε.

Η γυναικεία υπόθεση
Ιδιοκτήτες του σταθμού ήταν ένα ζευγάρι, λίγα χρόνια μεγαλύτεροί μου και χωρίς παιδιά, που τους συμπάθησα και με συμπάθησαν αμέσως. Ιδιαίτερα με τη Δήμητρα, τη σύζυγο, ήρθαμε αμέσως κοντά. Ήταν ακομπλεξάριστη, αεικίνητη, απλή και πολύ τρυφερή μαζί μου.
Πολλές φορές, όταν είχα βάρδια τη νύχτα, καθόταν και μου έκανε παρέα, που συνεχιζόταν και μετά τη δουλειά. Καταλάβαινα ότι νοιαζόταν πραγματικά για μένα, με άκουγε με ενδιαφέρον, με βοηθούσε με όποιον τρόπο μπορούσε και τα αισθήματά μας ήταν αμοιβαία. Δεν μπορώ να πω σε ποιο ακριβώς σημείο η τρυφερότητα της φιλίας μας πέρασε σε άλλο επίπεδο, ούτε αν το ενδιαφέρον της για μένα ήταν εξαρχής ερωτικό και δεν το είχα καταλάβει. Μετά από λίγους μήνες, πάντως, συνδεθήκαμε και ερωτικά.
Μέχρι τότε δεν είχα διανοηθεί να κάνω κάτι με μια άλλη γυναίκα, αφού ανέκαθεν το ερωτικό μου ενδιαφέρον στρεφόταν προς το άλλο φύλο. Παρ’ όλα αυτά, στη σχέση μου με τη Δήμητρα αισθανόμουν ο εαυτός μου, γινόμουν αποδέκτης τρυφερότητας και αγάπης και το σεξ ήταν απλώς μια λεπτομέρεια που ερχόταν φυσικά, όχι ως εκτόνωση τρελού πάθους ή ανάγκης.

Just the two of us
Ο άντρας της άρχισε να υποψιάζεται ότι η Δήμητρα τον απατούσε και έβαλε να παρακολουθούν τα τηλέφωνά της. Έτσι, μας ανακάλυψε και, φυσικά, υπέβαλε αίτηση διαζυγίου. Εγώ απολύθηκα αμέσως και, παρά το αρχικό σοκ, κατά βάθος νιώσαμε κι οι δυο μια παράξενη ανακούφιση. Δεν χρειαζόταν πια να κρυβόμαστε ούτε να κοροϊδεύουμε κανέναν.
Φυσικά, σε μια μικρή πόλη όπως η δική μας το πόσο ανοιχτά μπορούσαμε να ζήσουμε τη σχέση μας ήταν ένα θέμα. Μετακομίσαμε μαζί στην άκρη της πόλης, όπου δεν μας ήξερε κανείς, σε ένα σπίτι που είχε η Δήμητρα. Οι δικοί μου δεν έκαναν πολλές ερωτήσεις σχετικά με το γιατί έφευγα από το σπίτι, ενώ οι αδελφές μου το θεώρησαν λογικό λόγω ηλικίας να εγκαταλείψω το πατρικό και να πάω να μείνω με μια φίλη μου.
Η νέα μας ζωή δεν είχε ιδιαίτερες πρακτικές δυσκολίες – η Δήμητρα στο διαζύγιο πήρε το 50% του σταθμού κι εγώ βρήκα μια δουλειά σε λογιστικό γραφείο. Η καθημερινότητά μας μπήκε σε μια σειρά και μετά από λίγο καιρό εξήγησα την κατάσταση και στις αδελφές μου, που ούτως ή άλλως είχαν καταλάβει τι γινόταν. Το δέχτηκαν χωρίς πολλή συζήτηση, εκτός από μία, που σοκαρίστηκε και άργησε να το ξεπεράσει.

Μεταξύ φύλων
Με τη Δήμητρα ζήσαμε μαζί πέντε χρόνια. Τα πρώτα από αυτά τα αφιερώσαμε στο να φτιάξουμε το σπίτι όπως το ονειρευόμασταν και να γνωρίσουμε η μία την άλλη απόλυτα, με αποτέλεσμα να απομονωθούμε σχεδόν από τους πάντες. Κοινωνική ζωή δεν είχαμε – ήμασταν πάντα οι δυο μας και μόνο οι δυο μας. Οι μοναδικοί άνθρωποι που περιλαμβάνονταν στη ζωή μας ήταν οι αδελφές μου.
Η Δήμητρα δεν είχε συγγενείς ούτε φίλους. Είχε μόνο εμένα, κάτι που αρχικά δεν με ενοχλούσε, αφού η απογοήτευση από τους ανθρώπους και η εσωστρέφειά μου με έκαναν να εκτιμώ την αφοσίωση περισσότερο απ’ οτιδήποτε άλλο. Ζούσαμε σαν ένα οποιοδήποτε ζευγάρι, με το σπίτι και το σκύλο μας, και μάλιστα κάποια στιγμή αρχίσαμε να συζητάμε αν και πώς θα μπορούσαμε να υιοθετήσουμε ένα παιδί.
Είχε περάσει αρκετός καιρός ήρεμης καθημερινότητας, μέχρι την ημέρα που η Δήμητρα μου ζήτησε να συζητήσουμε σοβαρά κάτι που την απασχολούσε. Είχα καταλάβει ότι κάτι την προβλημάτιζε, αλλά δεν περίμενα τα συγκεκριμένα νέα. Ένιωθε, όπως μου είπε, σαν ένας άντρας παγιδευμένος σε γυναικείο σώμα και δεν άντεχε άλλο. Είχε αποφασίσει να κάνει εγχείρηση αλλαγής φύλου.

Εγώ κι εσύ μαζί
Το σοκ ήταν τεράστιο. Για μένα, που ακόμα θεωρούσα τον εαυτό μου straight, το γεγονός ότι είχα αφεθεί σε μια σχέση με γυναίκα ήταν απόδειξη ότι το φύλο δεν παίζει ρόλο, και τώρα η Δήμητρα μου αποδείκνυε το αντίθετο. Δεν είναι ότι ένιωσα απογοήτευση, περισσότερο με κυρίευσε τρόμος για όσα θα ακολουθούσαν, για το πόσο θα άλλαζε τη ζωή μας και, εννοείται, για την περιπέτεια που είχε μπροστά της η Δήμητρα. Φυσικά, δεν της εναντιώθηκα. Ήταν κάτι που το είχε πάρα πολλή ανάγκη και θα στεκόμουν δίπλα της, όπως μου είχε σταθεί κι εκείνη όλα αυτά τα χρόνια.
Μαζί διαβάσαμε οτιδήποτε υπήρχε σχετικά, μαζί επισκεφτήκαμε γιατρούς, μαζί το συζητήσαμε επί ώρες, αλλά η απόφαση ήταν μόνο δική της. Η διαδικασία κράτησε 3-4 χρόνια, που για μένα ήταν κανονικό βασανιστήριο.
Κυρίως υπέφερα όσο έβλεπα τη Δήμητρα να πονάει από τις επεμβάσεις, να προσπαθεί να μάθει μια νέα ζωή, να αλλάζει από τις ορμόνες. Τη συνόδευα πάντα στο γιατρό στην Αθήνα και ήμουν η μόνη έξω από κάθε χειρουργείο που έκανε, καθώς δεν υπήρχαν άλλοι άνθρωποι στη ζωή της.
Η αγωνία μου ήταν διπλή, αφού μια εκ γενετής πάθηση της Δήμητρας έκανε το κάθε χειρουργείο ρώσικη ρουλέτα για τη ζωή της. Φυσικά, είχα αναλάβει αποκλειστικά τη φροντίδα της σ’ αυτή την πιο δύσκολη εμπειρία της ζωής μας, που βιώσαμε η καθεμία με διαφορετικό τρόπο, αλλά πάντα μαζί.

End of story
Όταν η διαδικασία ολοκληρώθηκε, ο Δημήτρης πλέον ήταν ο άνθρωπός μου. Η καθημερινότητά μας όμως δεν ξαναβρήκε ποτέ την προηγούμενη κανονικότητά της. Έπρεπε να εγκλιματιστούμε σε νέα δεδομένα. Το σεξ ήταν μια πολύ θλιβερή ιστορία, καθώς μετά την επέμβαση όλα γίνονταν μηχανικά και το («υδραυλικής» λογικής) μέλος του Δημήτρη αφενός δεν του έδινε καμία σεξουαλική ευχαρίστηση, αφετέρου κατέστρεφε τη δική μου ερωτική διάθεση. Προσπάθησα πραγματικά να συνηθίσω. Πλησίαζα όμως τα τριάντα και μέσα μου ήξερα πως δεν μπορούσε να είναι έτσι όλη μου η ζωή. Αγαπούσα τον Δημήτρη, αλλά δεν ήμουν καθόλου ερωτευμένη.
Κάπως έτσι, και χωρίς να το επιδιώξω, άρχισα να έχω ερωτική σχέση μ’ έναν γνωστό, που μου προσέφερε με τον τρόπο του μια διέξοδο, αν και ήταν παντρεμένος. Ο Δημήτρης κατάλαβε ότι κάτι συνέβαινε και όταν με ρώτησε του το είπα, κι ας είχε ήδη τελειώσει. Δεν μου πέρασε στιγμή από το μυαλό να τον κοροϊδέψω και ο μοναδικός λόγος που δεν είχα υποκινήσει τη συζήτηση ήταν επειδή σκεφτόμουν τι θα έκανε εκείνος μόνος του αν χωρίζαμε. Ουσιαστικά, ήταν απόλυτα εξαρτημένος συναισθηματικά από μένα – πράγμα που πια δεν μου φαίνεται τόσο ρομαντικό. Χωρίζοντας, εκείνος έχασε σχεδόν όλο του το περιβάλλον κι εγώ το μοναδικό σπίτι που μου έδωσε θαλπωρή.
Επέστρεψα στο πατρικό μου, στο δωμάτιο που μοιραζόμουν με τη μικρή αδελφή μου, και διοχέτευσα όλη την ενέργειά μου στη δουλειά, νιώθοντας χαμένη για αρκετό διάστημα. Για το μόνο που ήμουν σίγουρη ήταν ότι ήμουν straight και ότι ήθελα στο τέλος του ουράνιου τόξου μια οικογένεια και μια φυσιολογική ζωή.
Όταν γνώρισα τον Νίκο, άφησα πίσω τα διλήμματα, την καχυποψία, όλα. Τον ερωτεύτηκα και αφέθηκα στην αγάπη του, όπως κι εκείνος στη δική μου. Παντρευτήκαμε και σήμερα ζούμε στο νησί απ’ όπου κατάγεται. Με τον Δημήτρη δεν κρατήσαμε επαφή, κρίνοντας ότι θα ήταν δύσκολο για όλους, ενώ στον Νίκο δεν έχω πει τίποτα γι’ αυτό το παράξενο ταξίδι, στο οποίο, σε τελική ανάλυση, εγώ ήμουν σχεδόν λαθρεπιβάτης.

New Deal
Η εγχείρηση αλλαγής φύλου από γυναίκα σε άντρα θεωρείται πολύ πιο πολύπλοκη από την αντίθετη διαδικασία, που είναι και πολύ πιο συνηθισμένη αριθμητικά. Μετά το τελικό χειρουργείο, στην Ελλάδα ακολουθεί η διαδικασία της αλλαγής ταυτότητας. Ο διαφυλικός πλέον άντρας αλλάζει ονοματεπώνυμο, σβήνεται από τα δημοτολόγια θηλέων και εγγράφεται στα αρρένων. Εντός 40 ημερών καλείται να υπηρετήσει στο στρατό, αλλά απαλλάσσεται αμέσως, αφού υπάρχει βεβαίωση του πλαστικού χειρουργού ότι έχει μεσολαβήσει αλλαγή φύλου.

Πηγή: Cosmopolitan

Εκτός παιχνιδιού


Αν γίνεσαι γυναίκα την πρώτη φορά που κάνεις σεξ, τότε μέχρι τα τριάντα μου, σχεδόν, εγώ ήμουν ακόμα κοριτσάκι.

Από την Αναστασία, όπως τα διηγήθηκε στη Χριστίνα Μπίθα¨

«Τι εννοείς; (ανοιχτό στόμα) Πλάκα κάνεις; Δηλαδή, ποτέ; Πώς; Τίποτα, με κανέναν; Κάτι πρέπει να κάνουμε. Περίμενε να σκεφτώ. Λοιπόν, έχω ένα φίλο που...». Αυτή ήταν μια τυπική αντίδραση από κάποιον που μάθαινε πως στα 27 μου ήμουν ακόμα παρθένα. Συνήθως αμέσως μετά ήθελε να με στείλει σε γνωστό του ψυχαναλυτή, για να εξετάσει μήπως είχα τίποτα παιδικά τραύματα. Αλλά δεν είχα. Απλώς δεν έτυχε.

Παρθένες Νήσοι
Όταν ήμουν ακόμα στο λύκειο και όλοι τα έφτιαχναν μεταξύ τους, εμένα δεν με απασχολούσε ιδιαίτερα το θέμα. Όχι πως δεν μου άρεσαν τ’ αγόρια ή δεν με ενδιέφερε θεωρητικά – όταν οι φίλες μου έκαναν για πρώτη φορά σεξ, μετά κάναμε ατέλειωτες συζητήσεις γύρω από αυτό, αλλά προς το παρόν μού έφτανε που περνούσα καλά με τις παρέες μου.
Κάποια στιγμή ένα αγόρι τρία χρόνια μεγαλύτερό μου μου ζήτησε να βγούμε, αλλά η πρώτη μου ευκαιρία να μπω κι εγώ στο «κλαμπ» ακυρώθηκε σχεδόν αμέσως, όταν μετά από μόλις μία εβδομάδα με ρώτησε πού θα πηγαίναμε μαζί διακοπές το καλοκαίρι. Ένιωσα τέτοια καταπίεση, που τον χώρισα.
Ο πρώτος μεγάλος μου έρωτας ήρθε πολύ αργότερα, στο πρόσωπο ενός συμφοιτητή μου. Δυστυχώς, το ενδιαφέρον ήταν μονόπλευρο, γιατί εκείνος με έβλεπε φιλικά. Προτιμούσα όμως να είμαι κοντά του, έστω κι έτσι. Τρία ολόκληρα χρόνια κράτησε αυτή η ιστορία. Κοιτώντας πίσω σκέφτομαι μήπως αυτός ήταν η κύρια αιτία που είχα «κρατηθεί» κι άλλο, μήπως δηλαδή όλο αυτό τον καιρό έψαχνα τον αντικαταστάτη του. Όχι πως τον βρήκα.

The kid is alright
Είχα φτάσει ήδη τα 21, αρκετά παραπάνω από το «επιτρεπόμενο» ηλικιακό σεξουαλικό όριο. Μάλιστα, όταν έφτασε το καλοκαίρι του 2004, το ανέκδοτο στην παρέα μας ήταν ότι στην τελετή έναρξης των Ολυμπιακών Αγώνων θα θυσίαζαν τις παρθένες και μήπως θα ’πρεπε να με φυγαδεύσουν εκτός Ελλάδας μέχρι να τελειώσουν οι εορτασμοί.
Τουλάχιστον γελούσα μ’ αυτό και δεν προσπαθούσα να το κρύψω. Στους φίλους μου. Γιατί το συγκεκριμένο «καυτό» θέμα δεν το είχα συζητήσει ποτέ με την οικογένειά μου, παρά μόνο με τη γυναίκα του αδελφού μου (είναι τέσσερα χρόνια μεγαλύτερος από μένα), η οποία μου έλεγε τα ίδια που μου έλεγαν και οι κολλητές μου, πως έπρεπε κάποια στιγμή να χαμηλώσω λίγο τα στάνταρ μου.
Κάποια στιγμή, βέβαια, οι γονείς μου επειδή δεν το έβρισκαν και πολύ φυσιολογικό που γνώριζαν μόνο τα αγόρια των φιλενάδων μου, ενώ εγώ δεν τους είχα πάει σπίτι ούτε αρσενικό γάτο, άρχισαν να με ρωτάνε όλο και πιο συχνά για την προσωπική μου ζωή και αν υπήρχε «κάτι».
Και αν ο μπαμπάς μου μάλλον ήταν ΟΚ με αυτό (στο κάτω κάτω παρέμενα το «άσπιλο» κοριτσάκι του – στο Μπέβερλι Χιλς θα ήμουν σίγουρα η Ντόνα), η μαμά μου με πίεζε όλο και πιο πολύ. Έφτασα στο σημείο να κρύβομαι στο δωμάτιό μου και να αποφεύγω να μένω μόνη μαζί της, για να γλιτώσω το στενό της μαρκάρισμα σχετικά με το πότε σκόπευα να κάνω σχέση ώστε να «ολοκληρώσω», σε συνδυασμό με τις σκόρπιες αγωνίες της για το αν θα χρησιμοποιήσω προφυλακτικό.

Sabotage
Μέσα σ’ όλα είχα, βέβαια, σεξουαλικές ορμές κανονικότατα και αρκετά συχνά, τις οποίες ικανοποιούσα μόνη μου, αφού δεν είχα άλλη επιλογή. Και έπειτα από κάθε φορά έπιανα τον εαυτό μου να αναρωτιέται γιατί μου συνέβαινε αυτό. Είμαι μια κανονική κοπέλα, με δύο αφτιά, κεφάλι και λαιμό, οπότε το περιβάλλον μου απέδιδε την κατάστασή μου στο ότι ήμουν δύστροπη.
Όλοι οι φίλοι μου υποστήριζαν ότι ήμουν πολύ ειρωνική απέναντι στους υποψήφιους και τους έκοβα τη φόρα κ.λπ. Η αλήθεια είναι ότι με φλέρταραν αρκετοί, αλλά στην πορεία πάντα κάτι γινόταν και ξενέρωνα ή τους έκανα καψόνια, εξαφανιζόμουν, τους έστελνα μηνύματα και μετά δεν απαντούσα ποτέ στα δικά τους.
Στην πραγματικότητα, σαμπόταρα τον εαυτό μου – από τη μία η επιθυμία να κάνω επιτέλους σεξ ήταν μεγάλη, από την άλλη η ντροπή που θα ένιωθα τη στιγμή της αποκάλυψης ήταν μεγαλύτερη. Εξάλλου είχα μείνει πολύ καιρό μόνη μου και η μοναξιά ήταν πλέον μια κατάσταση γνώριμη, στην οποία είχα κάπως βολευτεί. Κι όσο πιο πολύ βολεύεσαι σε μια κατάσταση, τόσο πιο δύσκολο είναι να βγεις απ’ αυτήν.

Sex & the pity
Τελικά βγήκα στα 27, χάρη στη μεσολάβηση ενός φίλου μου. Μεσολάβηση με όλη τη σημασία της λέξης, αφού προσφέρθηκε να το αναλάβει εκείνος και να γίνει ο πρώτος μου, εκείνος που θα μου μάθαινε τις βασικές κινήσεις για να πάρω φόρα και να βγω στην «αγορά» με άλλη αυτοπεποίθηση. Δέχτηκα αμέσως.
Όταν πήγα σπίτι του, στην αρχή ήμασταν και οι δυο κουρέλια από το άγχος, αλλά μετά από πέντε ποτήρια κρασί ο καθένας το μεγάλο ταμπού της ζωής μου έπαψε επιτέλους να είναι ταμπού. Δεν θυμάμαι τίποτα παρά αρκετό πόνο, αλλά φαντάζομαι κάπως έτσι είναι η πρώτη φορά και μετά είναι που αρχίζεις να το απολαμβάνεις.
Φαντάζομαι. Γιατί ένα χρόνο μετά, ακόμα τίποτ’ άλλο. Από τη μία δεν με νοιάζει, γιατί τουλάχιστον όταν συμβεί δεν πρόκειται να με ρωτήσουν «Δεν το πιστεύω, είμαι ο πρώτος σου; Καλά, πόσων χρόνων είσαι;». Από την άλλη, έχω προβληματιστεί. Γιατί, τελικά, δεν είναι η πράξη αυτή καθαυτή που σε βάζει στο παιχνίδι που όλοι δείχνουν να απολαμβάνουν.

You’ll be a woman soon
Αν βιάζεσαι να ολοκληρώσεις για τους λάθος λόγους, θυμίσου ότι η έκβαση μιας ψυχαναγκαστικής πρώτης φοράς θα σε πληγώσει πολύ περισσότερο από το να είσαι η μόνη από την παρέα που δεν έχει κάνει ακόμα σεξ.

Πώς ήταν η πρώτη φορά που έκανες σεξ;
   27% Χάλια. Αλλά οι επόμενες άξιζαν τον κόπο!           
   24% Τέλεια – πολύ καλύτερη απ’ ο,τι είχα φανταστεί!
   49% Μάλλον αμήχανη – λογικό.                                  

Πηγή: Cosmopolitan

Twin picks


Είχα ακούσει πολλές ιστορίες για δίδυμα αδέλφια που έχουν βιώσει ιστορίες τηλεπάθειας, όμως εγώ με την αδελφή μου δεν είχα ζήσει ποτέ κάτι ανάλογο. Μέχρι εκείνο το καλοκαίρι στη Σκοτία.

Από την Ειρήνη, όπως τα διηγήθηκε στη Μαρία Πετρίδη

Οι γονείς μας είχαν να διηγηθούν τρεις τέσσερις «ανεξήγητες» ιστορίες για εμάς απ’ όταν ήμασταν μικρές, όπως π.χ. για εκείνη τη φορά που η Άννα είχε πάθει πνευμονία κι εγώ, αν και υγιέστατη, έκλαιγα και ίδρωνα κάθε φορά που εκείνη ανέβαζε πυρετό, για τότε που στραμπούλιξα το πόδι μου και η Άννα, πριν το μάθει, διαμαρτυρόταν ότι την πονούσε ο αστράγαλός της ή για τη μέρα που γυρίσαμε σπίτι έχοντας ψωνίσει ακριβώς τα ίδια παιχνίδια, χωρίς να έχουμε πάει μαζί για ψώνια. Με λίγα λόγια, είχαν υπάρξει κάποιες συμπτώσεις που στα μάτια φίλων και γνωστών είχαν κάτι το εξωπραγματικό. Για εμένα και την αδελφή μου παρέμεναν σκέτες συμπτώσεις.

Λογική κι ευαισθησία
Με την Άννα ήμασταν πάντα πολύ δεμένες, όσο δεμένα είναι όλα τα αγαπημένα αδέλφια. Καθώς τα δίδυμα αδέλφια, ομοζυγωτικά ή ετεροζυγωτικά, δεν έχουν διαφορά ηλικίας, μεγαλώνουν μαζί και είναι λογικό να έχουν πιο στενή σχέση από τα «κανονικά» αδέλφια. Βιώνουμε όλες τις εμπειρίες σχεδόν ταυτόχρονα, το ένα στηρίζει το άλλο, γιατί πάνω κάτω βρισκόμαστε στην ίδια θέση, ευχάριστη, δυσάρεστη, τρομακτική... Άσε που όταν βλέπεις απέναντί σου τον εαυτό σου, σαν εικόνα, δεν μπορείς να μη νιώσεις ταύτιση.
Στην ψυχολογία (που είναι πλέον το αντικείμενο των σπουδών μου) ισχύει σε μεγάλο βαθμό το ότι αγαπάμε, εμπιστευόμαστε, ερωτευόμαστε ανθρώπους που με κάποιον τρόπο μάς θυμίζουν τον εαυτό μας ή ανθρώπους που αγαπάμε· πόσο μάλλον το δίδυμο αδέλφι μας. Το δέσιμό μας, λοιπόν, το βλέπαμε και οι δυο μας από ένα σημείο και μετά με τα μάτια της λογικής. Μας άρεσε αυτό το μυστήριο που «κουβαλούσαμε» ως δίδυμες και κάποιες φορές το μεγαλοποιούσαμε για πλάκα, αλλά ως εκεί.

Στο δρόμο
Ένα καλοκαίρι αποφασίσαμε να πάμε στη θεία μας στη Σκοτία αμέσως μετά την εξεταστική και να περάσουμε εκεί όλο το υπόλοιπο των διακοπών.
Η θεία μας έχει παντρευτεί Σκοτσέζο και μένει κοντά στο Πέισλι. Είχαμε ξαναπάει μικρότερες με τη μητέρα μας και είχαμε περάσει πολύ ωραία. Αυτή τη φορά όμως θέλαμε να δούμε περισσότερα πράγματα, κι έτσι σχεδιάζαμε να κάνουμε μαζί με την ξαδέλφη μας, την Πένη, ένα road trip μέχρι το Εδιμβούργο και –γιατί όχι πιο πέρα;– ως το Αμπερντίν.
Στην πορεία του ταξιδιού γνωρίσαμε μια παρέα Ελλήνων φοιτητών, ένα ζευγάρι και δύο αγόρια, με τους οποίους ταιριάξαμε ως παρέα και αποφασίσαμε να κάνουμε κάποια κομμάτια του road trip μαζί. Σε μια από τις διανυκτερεύσεις μας το ζευγάρι της παρέας, ο Ηλίας και η Μαργαρίτα, πρότειναν μια διαδρομή με την οποία δεν συμφωνούσαμε όλοι. Έτσι, αποφασίσαμε να χωρίσουμε τους δρόμους μας για τις επόμενες δύο τρεις μέρες. Η Άννα ήθελε να πάει μαζί τους και κανονίσαμε να μιλήσουμε τηλεφωνικά κάποια στιγμή, για να δούμε σε ποιο σημείο θα συναντιόμασταν ξανά.
Το απόγευμα, περίπου δέκα με δώδεκα ώρες μετά το χωρισμό μας, άρχισα να νιώθω μια έντονη νευρικότητα, ένα άγχος που δεν μπορούσα να το εξηγήσω. Η Πένη θεώρησε πως απλώς είχα κουραστεί από την οδήγηση, καθώς είχα περάσει τις περισσότερες ώρες εκείνης της μέρας στο τιμόνι.
Όταν φτάσαμε στον προορισμό μας και καταλήξαμε σε ένα bed & breakfast κατάλυμα, άρχισα να νιώθω ακόμα πιο άσχημα. Με έπιασε ένα δυνατό τρέμουλο, κρύωνα και πονούσα σε όλο μου το σώμα, αλλά περιέργως δεν είχα καθόλου πυρετό. Πήρα ασπιρίνες, κουκουλώθηκα κι έπεσα για ύπνο. Όμως, δεν κατάφερα να κοιμηθώ, καθώς έβλεπα εφιάλτες και συνεχώς ξυπνούσα ή με ξυπνούσε η Πένη επειδή φώναζα. Ένιωθα φρικτά, υπήρχαν στιγμές που δυσκολευόμουν να αναπνεύσω. Φυσικά, δεν σκέφτηκα ούτε μια στιγμή ότι όλα αυτά μπορεί να ήταν κάποιου είδους μήνυμα από την Άννα.

Connected
Στο πρωινό ήμουν ακόμα χειρότερα: χλωμή σαν πεθαμένη, με τα χείλη και τα χέρια μου μελανιασμένα, καθώς εξακολουθούσα να κρυώνω τρομερά. Η Πένη αποφάσισε να πάμε σε κάποιο νοσοκομείο για να με εξετάσουν. Στο αυτοκίνητο ξεκίνησα να λέω στα παιδιά πόσο άσχημα όνειρα έβλεπα όλο το βράδυ και κάποια στιγμή η Πένη ανέφερε ότι φώναζα με αγωνία. «Και τι φώναζε;» ρώτησε ο Μιχάλης. «Ειρήνη» απάντησε η Πένη. «Γιατί φώναζες τον εαυτό σου;» απόρησε ο Μιχάλης.
Εκείνη τη στιγμή η σκέψη της Άννας άστραψε στο μυαλό μου και για πρώτη φορά συνειδητοποίησα πως αυτό που ένιωθα μπορεί να είχε σχέση με εκείνη. Πήρα το κινητό μου και άρχισα να της τηλεφωνώ. Δεν απαντούσε. Άρχισα να κλαίω και να φωνάζω: «Η Άννα, Πένη, η Άννα». Η Πένη σταμάτησε το αυτοκίνητο, ενώ εγώ ήμουν σίγουρη πως όλοι θα με κορόιδευαν μόλις τους έλεγα το συνειρμό που είχα κάνει.
Παρ’ όλα αυτά δεν το έκαναν, δεν τους φάνηκε παράλογο. Μάλιστα, όταν ο Μιχάλης άρχισε να λέει για τα τηλεπαθητικά μηνύματα μεταξύ διδύμων, η ιδέα ότι η αδιαθεσία μου είχε σχέση με την Άννα μπήκε στο μυαλό όλων μας. Ξανατηλεφώνησα στο κινητό της Άννας, τίποτα. Καλέσαμε στα κινητά του Ηλία και της Μαργαρίτας. Καμία απάντηση. Ήμουν σίγουρη πως κάτι είχε συμβεί στην αδελφή μου.

Μηχανή αναζήτησης
Πήγαμε στο κοντινότερο αστυνομικό τμήμα. Φυσικά, δεν είπαμε ότι «ένιωθα» πως κάτι είχε συμβεί στη δίδυμη αδελφή μου, αλλά ότι κάναμε road trip κι ότι οι φίλοι μας στο άλλο αυτοκίνητο δεν είχαν εμφανιστεί στο σημείο του ραντεβού και δεν απαντούσαν σε κανένα από τα κινητά τους. Με μερικά ακόμα μικρά ψέματα πείσαμε τις αρχές να το ερευνήσουν. Τους δώσαμε όλα τα στοιχεία της διαδρομής των παιδιών και του αυτοκινήτου.
Τις επόμενες ώρες ήμουν σε πολύ μεγάλη αναστάτωση. Εξακολουθούσα να νιώθω χάλια, αλλά πια δεν ήξερα αν ήταν κάτι σωματικό ή ψυχολογικό. Παρακαλούσα να χτυπήσει το κινητό μου και να είναι η Άννα, όμως δυστυχώς εκείνο έμενε σιωπηλό. Η Πένη ήθελε να τηλεφωνήσουμε στους γονείς μας, όμως εγώ δεν συμφωνούσα. Δεν μπορούσαν να βοηθήσουν και θα τρελαίνονταν από αγωνία. Το κεφάλι μου πήγαινε να εκραγεί από την ανησυχία κι αναρωτιόμουν αν αυτός ο φόβος που έκανε το σώμα μου να τρέμει ήταν ο φόβος της Άννας και όχι ο δικός μου. Πού βρισκόταν, τι της είχε συμβεί; Νόμιζα πως θα τρελαθώ.

Bet and twin
Μετά από πέντε ώρες και δύο ηρεμιστικά, μας ειδοποίησαν ότι το αυτοκίνητο των φίλων μας εντοπίστηκε. Είχε βγει από το δρόμο και είχε πέσει σε ένα ρέμα. Η Άννα, η Μαργαρίτα και ο Ηλίας είχαν μεταφερθεί λιπόθυμοι στο νοσοκομείο. Ήταν και οι τρεις σε κακή κατάσταση, με υποθερμία και κακώσεις σχεδόν σε όλα τους τα μέλη, αλλά ζωντανοί. Η Άννα είχε σπάσει τα δυο της πόδια, πολλά δόντια και κάποια από τα δάχτυλα των χεριών της. Ήταν μπλε από τις μελανιές και το κρύο.
Οι γονείς μου έφτασαν την επομένη το πρωί. Όταν τους διηγηθήκαμε με την Πένη τι είχε συμβεί, δεν απόρησαν. Ήταν σίγουροι πως η Άννα είχε επικοινωνήσει μαζί μου. Το ίδιο βέβαια πιστεύουμε πια και εγώ και η Άννα. Πλέον όταν μας λένε ιστορίες για δίδυμα αδέλφια με τηλεπαθητικές ικανότητες, αντί να λέμε ότι είναι διαβολικές συμπτώσεις, απαντάμε πως έχει συμβεί και σ’ εμάς. Και έχουμε πάντα στο πίσω πίσω μέρος του μυαλού μας ότι σ’ αυτή την «περίεργη» επικοινωνία ίσως η αδελφή μου χρωστάει την ίδια της τη ζωή.

Πηγή: Cosmopolitan

Collateral


Αν σκοτώσεις κατά λάθος έναν άνθρωπο, το πρώτο πράγμα που σκέφτεσαι είναι ότι θα προτιμούσες να είσαι εσύ στη θέση του. Και πρέπει να περάσει αρκετός καιρός για να σκεφτείς κάτι άλλο.

Από την Αφροδίτη, όπως τα διηγήθηκε στη Χριστίνα Μπίθα

Ξημερώματα 2ας Ιανουαρίου 2009. Έχω φύγει από το σπίτι ενός φίλου και οδηγώ προς το σπίτι μου. Συνοδηγός ο Κώστας, ο κολλητός μου, που έμενε για ένα διάστημα μαζί μου. Αν ήμουν μόνη τη στιγμή του μοιραίου ατυχήματος, δεν ξέρω ποια θα ήταν η ψυχική μου κατάσταση σήμερα.

Όσα φέρνει η ώρα
Ήμασταν και οι δύο ξενυχτισμένοι και μετρούσαμε τα λεπτά μέχρι να βρεθούμε στα κρεβάτια μας, οπότε πήρα διάφορα στενά δρομάκια που ήξερα για να φτάσουμε πιο γρήγορα. Ξαφνικά είδα μια σκιά στο παρμπρίζ, ενώ την ίδια στιγμή άκουσα έναν υπόκωφο θόρυβο. Το αυτοκίνητο έφυγε από την πορεία του προς τα δεξιά και το μόνο που μπορούσα, τρομοκρατημένη, να κάνω ήταν να προσπαθήσω να μην πέσω στα παρκαρισμένα αυτοκίνητα λέγοντας από μέσα μου: «Ας φρενάρουμε, ας μην πάθει κάτι ο Κώστας». Σταματήσαμε.
Εκείνος βγήκε πρώτος έξω, γιατί η δική μου πόρτα είχε στραβώσει. Στη διασταύρωση βρισκόταν ξαπλωμένος κάποιος – από το σουλούπι του υπολόγισα γύρω στα είκοσι με τριάντα. Δεν φαινόταν πρόσωπο. Ένα μηχανάκι είχε πεταχτεί πολλά μέτρα μακριά του. Ήταν εντελώς ακίνητος.
Φτάσαμε από πάνω του, τον ρωτήσαμε αν ήταν καλά. Εγώ είχα παγώσει εντελώς. Μας απάντησε μ’ ένα βογκητό. Γύρω μας δεν υπήρχε ψυχή. Τηλεφώνησα με όση ψυχραιμία μού είχε απομείνει στην αστυνομία και ο Κώστας στο ΕΚΑΒ. Εν τω μεταξύ άρχισαν να μαζεύονται αρκετοί περίοικοι και ο καθένας έλεγε τα δικά του. Δεν είχα προσευχηθεί ποτέ στη ζωή μου, αλλά το έκανα εκείνη τη στιγμή. Μετά από ένα τέταρτο κατέφθασαν δυο αστυνομικοί, μας ρώτησαν τι έγινε, τους είπαμε και ο πρώτος έσκυψε, ψηλάφισε τον παλμό στο λαιμό του –19χρονου τελικά– παιδιού.
«Είναι νεκρός» αποφάνθηκε.

Χωρίς αναπνοή
Και τότε άρχισε η τρέλα. Το μυαλό μου σταμάτησε. Στην άσφαλτο δεν υπήρχε στάλα αίματος. «Πέθανε μάλλον από εσωτερική αιμορραγία». Το επιβεβαίωσε και η ιατροδικαστική έρευνα λίγο αργότερα: «Βαριές κακώσεις κεφαλής». Κανείς δεν μπορεί να ξέρει με σιγουριά, αλλά όλοι συμφώνησαν ότι αν φορούσε κράνος, κατά πάσα πιθανότητα σήμερα θα ζούσε.
Ζήτησαν τα στοιχεία μου, τα πήρα από το αυτοκίνητο. Ο τροχός είχε στραβώσει και υπήρχε ένα μεγάλο βαθούλωμα στο παρμπρίζ. Μόνο τότε κατάλαβα το εύρος της πρόσκρουσης. Μου έκαναν αλκοτέστ, βγήκε μηδενικό, ευχαρίστησα την τύχη μου που δεν πίνω. «Πρέπει να σας πάρουμε αίμα και ούρα» μου είπαν, αυτό απαιτεί η διαδικασία σε περιπτώσεις θανατηφόρου ατυχήματος. Προτιμούσα να με πάνε στο Δρομοκαΐτειο.
Με πήγαν στο «Γεννηματά». Στο ίδιο νοσοκομείο όπου πήγαν κι εκείνον. Δηλαδή, θα έπρεπε να αντιμετωπίσω και την οικογένειά του; «Δεν υπάρχει άλλο εφημερεύον» απολογήθηκαν.
Φτάσαμε εκεί την ίδια ώρα με τον αδελφό μου, που ήταν επίσης σε πάρτι, κοστουμαρισμένος, και χτυπιόταν με ύφος δικηγόρου (είμαστε και οι δύο) στον υπεύθυνο αξιωματικό: «Δεν μπορείτε να την πάτε αυτόφωρο, υπάγεται σε ειδική διαδικασία». Με βοηθούσε το να τον βλέπω να προσπαθεί να διατηρήσει τον έλεγχο της κατάστασης – όλοι οι υπόλοιποι ήμασταν ράκη, εγώ είχα χάσει κάθε ίχνος κρίσης. Αν μου έλεγαν εκείνη την ώρα «Πάμε να σ’ εκτελέσουμε», θα τους απαντούσα «Ναι, πάμε τώρα».

All apologies
Τα έκτακτα περιστατικά ήταν γεμάτα ανθρώπους από τροχαία, που βογκούσαν. Μου πήραν ούρα και αίμα, οι αστυνομικοί υπέγραψαν κάτι πρωτόκολλα, με έχωσαν σ’ ένα βανάκι της τροχαίας και τα αφήσαμε στη Γ.Α.Δ.Α. για βιοχημικές εξετάσεις. Από πίσω ακολουθούσαν ο Κώστας, ο αδελφός μου και οι φίλοι που είχαν ξεκινήσει ταυτόχρονα μ’ εμάς και γύρισαν πίσω αφού τους ειδοποίησε ο Κώστας. Ευτυχώς, δεν είδα πουθενά τους γονείς του παιδιού.
Στην τροχαία Καλλιθέας μού βγήκε ξαφνικά όλη η κούραση μαζί. Ήθελα να κοιμηθώ στην καρέκλα όπου με άφησαν και να μην ξυπνήσω ποτέ. Έφταιγα; Δεν έφταιγα; Θα καταδικαζόμουν; Και με ποια ποινή; Ήταν Σάββατο πρωί, όλος ο κόσμος ήταν σε γιορτινή διάθεση, τα παιδιά που είχαν υπηρεσία ψιλοφλέρταραν μεταξύ τους. Μου πήραν δακτυλικά αποτυπώματα από όλα τα δάχτυλα, όπως στις ταινίες. Πλέον ήμουν σεσημασμένη.
Βρήκαν στο τηλέφωνο τον εισαγγελέα μετά τις εννιάμισι. Στα εξ αμελείας ατυχήματα δεν σε βάζουν σε κελί. Με άφησαν να καπνίσω στο διάδρομο, όπου μαζί με τους άλλους προσπαθούσα ν’ αναλύσω τα γεγονότα. Το παιδί με το μηχανάκι είχε βγει από τ’ αριστερά, από μονόδρομο στον οποίο πήγαινε αντίθετα. Και κανονικά ν’ ανέβαινε, εγώ είχα πάλι προτεραιότητα. Ευτυχώς που ήταν μαζί μου ο Κώστας – δεν υπήρχαν άλλοι αυτόπτες μάρτυρες.
Κατέθεσε πρώτα εκείνος, μετά εγώ. Είχε βρεθεί και το διαβατήριο του θύματος, δεν ήταν Έλληνας και δεν καταλάβαιναν από πού ήταν. Ξύπνησε το δικηγορικό μου, το εξέτασα και τους είπα πως ήταν Σέρβος υπήκοος. Έστειλαν σήμα στην πρεσβεία της χώρας του, για να ειδοποιηθεί η οικογένειά του. Γι’ αυτό δεν τους είχα δει στο νοσοκομείο. Είχε κλείσει τα δεκαεννιά χρόνια μόλις πριν από οκτώ μέρες.

Η επόμενη μέρα
Απολογήθηκα και έφυγα. Το μεσημέρι επρόκειτο να φάω στο πατρικό μου. Η μαμά μου ήταν καθισμένη κι ο μπαμπάς μου έπαιρνε νερό από το ψυγείο. Όταν τους εξιστόρησα τι είχε γίνει, εκείνος στηρίχτηκε για να μην πέσει και η μαμά μου ξέσπασε σε λυγμούς. Έκλαιγα κι εγώ μέχρι το βράδυ, που μαζεύτηκαν σπίτι όλοι οι φίλοι. Ο Κώστας μού είπε κάποια στιγμή: «Αν πίστευα πως έφταιγες έστω και στο παραμικρό, δεν θα μπορούσα να σε αντικρίσω». Σκληρό, αλλά έπιασε. Ηρέμησα.
Το επόμενο πρωί πήγα με τους γονείς μου να τους δείξω το σημείο του ατυχήματος. Στην άσφαλτο υπήρχε ένα πλαστικό κομμάτι από το μηχανάκι. Το έχω ακόμα. Την ίδια μέρα τηλεφώνησα σε ψυχολόγο και μέσα στις επόμενες άρχισα πάλι να οδηγώ, με το αυτοκίνητο της μαμάς μου. Ήξερα πως αν δεν το έκανα τότε, δεν θα το έκανα ποτέ.
Κάθε φορά που έβαζα μπροστά το αυτοκίνητο, έβαζα και τα κλάματα. Τον σκεφτόμουν συνέχεια. Δεν μπορούσα να κοιμηθώ, πότε από τύψεις και πότε από φόβο. Κι αν η οικογένειά του ήθελε να μ’ εκδικηθεί; Επιπλέον, αν αποδεικνυόταν συνυπαιτιότητα, θα μπορούσαν ν’ αξιώσουν αποζημίωση. Θα ’πρεπε να πουλήσω το σπίτι μου; Θα με έπαυαν άραγε από το δικηγορικό επάγγελμα; Όχι πως με ένοιαζαν τόσο αυτά, απλώς ερχόντουσαν σαν επιπλέον φασαρία στο θόρυβο του πανικού που επικρατούσε στο κεφάλι μου.
Αλλά οι γονείς του δεν με βρήκαν, για τον απλούστατο λόγο ότι δεν ήρθαν ποτέ να καταθέσουν, αν και εντοπίστηκαν στη Σερβία – ούτε καν στην κηδεία του γιου τους δεν ήρθαν. Έμαθα από κάποιον στο νεκροτομείο πως κανείς δεν ξεπροβόδισε αυτό το παιδί. Μόνο του έμενε κι ολομόναχο έφυγε.

Bittersweet Symphony
Τώρα πια έχω σχηματίσει τη βαθιά πεποίθηση πως αυτός ο άνθρωπος κατά έναν τρόπο με προστάτεψε. Γιατί βγήκα από το ατύχημα σώα και αβλαβής. Και νιώθω πως μπορώ να χαρώ τον ήλιο και τη θάλασσα. Τίποτα πια δεν μπορεί να με καταβάλει. Ακούω για την οικονομική κρίση και μου φαίνεται τόσο, μα τόσο ασήμαντο θέμα.
Εικοσιένα μήνες μετά, ο φάκελος βρίσκεται στα χέρια του εισαγγελέα και περιμένω να δω αν θα ασκηθεί δίωξη ή όχι. Κατηγορούμαι για ανθρωποκτονία εξ αμελείας. Όλες οι πραγματογνωμοσύνες έδειξαν πως η υπαιτιότητα ήταν αποκλειστικά δική του. Ακόμα δεν έχω τολμήσει να επισκεφτώ τον τάφο του. Ίσως τώρα, που βρήκα τη δύναμη να το διηγηθώ, να το κάνω.

Ι witness
Αν βρεθείς αυτόπτης μάρτυρας σε τροχαίο, μην αμελήσεις και μη φοβηθείς να δώσεις κατάθεση στους αρμόδιους αστυνομικούς. Ίσως η μαρτυρία σου να είναι καθοριστική για την απονομή δικαιοσύνης.

Πηγή: Cosmopolitan

Η ζωή της άλλης


Όταν συνειδητοποίησα ότι η συγκάτοικός μου με αντέγραφε, το θεώρησα κολακευτικό. Όταν κατάλαβα ότι προσπαθούσε να ζήσει τη ζωή μου, η φιλοφρόνηση άρχισε να μοιάζει με απειλή.

Από τη Φαίη, όπως τα διηγήθηκε στην Αλίνα Χατζιδάκι

Ήμουν στο δεύτερο έτος της σχολής όταν οι δικοί μου μου μίλησαν για τη Χριστίνα. Ήταν κόρη ενός γνωστού τους και, όπως εγώ, έψαχνε για συγκάτοικο στη Θεσσαλονίκη, αλλά δεν ήθελε να μείνει με κάποια τελείως άγνωστη. Η γνωριμία βόλεψε και τις δυο μας, κι έτσι νοικιάσαμε μαζί ένα αρκετά συμπαθητικό διαμέρισμα, όπου η καθεμιά είχε το δωμάτιο και τη ζωή της.
Οι οικογενειακοί φίλοι ήταν το μοναδικό κοινό που είχαμε μεταξύ μας. Δεν ήμασταν φίλες, δεν βγαίναμε μαζί, δεν συζητούσαμε τα προσωπικά μας, δεν είχαμε τις ίδιες παρέες. Για την ακρίβεια, η Χριστίνα δεν είχε καθόλου παρέες. Εγώ έβγαινα, διασκέδαζα, ζούσα τη φοιτητική ζωή σε όλο της το μεγαλείο. Εκείνη, αν και δεν υστερούσε σε τίποτα στο θέμα της εμφάνισης –ήταν ψηλή, με μακριά ξανθά μαλλιά και ωραίο σώμα– ή της εξυπνάδας, ήταν κλειστή και κάπως παιδί, ενώ οι φορές που κανόνιζε να βγει ήταν ελάχιστες.

Fun club
Λίγο μετά τα Χριστούγεννα η Μαρία, η κολλητή μου που σπούδαζε στο εξωτερικό, ήρθε στην Ελλάδα για ένα μήνα. Αποφασίσαμε να τον περάσουμε μαζί, στη Θεσσαλονίκη, για να ζήσουμε την απόλυτη ελευθερία που πρώτη φορά απολαμβάναμε παρέα. Βγαίναμε συνέχεια, πίναμε ατέλειωτους καφέδες, ψωνίζαμε και, φυσικά, ξενυχτούσαμε κάθε βράδυ.
Την πρώτη κιόλας εβδομάδα γνωρίσαμε σε ένα κλαμπ δύο φίλους, τον Άρη και τον Μιχάλη. Ήταν κι εκείνοι φοιτητές και συγκάτοικοι – κι επιπλέον απίστευτα ωραίοι. Σύντομα καταλήξαμε ζευγάρια, εγώ με τον Άρη και η Μαρία με τον Μιχάλη. Ως τετράδα πλέον, περνούσαμε σχεδόν όλο το χρόνο μας μαζί, με γέλια, τρέλες και απανωτές εξόδους. Τα παιδιά έρχονταν στο σπίτι συχνά, τους γνώρισε και η Χριστίνα, κι έτσι το κοινό μας σαλόνι έγινε λόγος να περάσουμε και λίγο χρόνο όλοι μαζί, με την ευκολία που σχηματίζονται οι παρέες όταν δεν έχεις κλείσει ακόμα τα 20.

Θέατρο των αλλαγών
Σταδιακά, η Χριστίνα άρχισε να δείχνει ότι ένωθε πιο άνετα και ότι η παρέα με τα παιδιά τής άρεσε πολύ. Όλοι μας, βλέποντας πόσο μαζεμένη ήταν, προσπαθούσαμε να την κάνουμε να χαλαρώσει, να αποκτήσει λίγη αυτοπεποίθηση. Της προτείναμε λοιπόν να έρχεται μαζί μας τα βράδια. Στην αρχή έλεγε ότι είχε ενδοιασμούς για το τι θα έκανε σε μια παρέα ζευγαριών, αλλά τελικά δέχτηκε.
Τις επόμενες εβδομάδες ερχόταν μαζί μας, διασκέδαζε κι εμείς τη βλέπαμε να αλλάζει. Πλέον βαφόταν και προσπαθούσε να ντύνεται πιο θηλυκά, γι’ αυτό και όταν αντιλήφθηκα ότι αντέγραφε την εμφάνισή μου, δεν είπα τίποτα. Γρήγορα όμως προσέξαμε με τη Μαρία ότι άρχισε κάπως να ξεφεύγει. Γινόταν διαχυτική με τα αγόρια, χαχάνιζε, χόρευε προκλητικά όταν ήταν κοντά της ο Άρης και ο Μιχάλης.

Επ‘ αυτοφώρω
Οι μέρες πέρασαν και η Μαρία θα έφευγε στο τέλος της εβδομάδας. Είχαμε πάει οι δυο μας για ψώνια και ήμασταν ακόμα στα μαγαζιά όταν μου τηλεφώνησε ο Άρης και με ρώτησε αν θέλαμε να φάμε όλοι μαζί στο σπίτι. Είχαν ήδη ξεκινήσει, μου είπε, για το διαμέρισμά μας, οπότε του είπα να πάνε, αφού ήταν η Χριστίνα εκεί, και θα γυρνούσαμε κι εμείς σε καμιά ώρα. Τελικά, τελειώσαμε νωρίτερα τα ψώνια και όταν φτάσαμε σπίτι, δεν μας περίμεναν.
Ανοίξαμε την πόρτα, αλλά δεν βρήκαμε κανέναν στο σαλόνι και την κουζίνα. Ακολουθήσαμε ένα θόρυβο που ερχόταν από το βάθος και φτάσαμε έξω από το δωμάτιο της Χριστίνας. Η πόρτα ήταν μισάνοιχτη και όταν τη σπρώξαμε, βρεθήκαμε μπροστά σε μια σκηνή που, αν μας την περιέγραφαν, δεν θα την πιστεύαμε. Η Χριστίνα, ημίγυμνη, με σέξι μπέιμπι ντολ, ήταν ξαπλωμένη στο κρεβάτι και μαζί της ήταν ο Άρης και ο Μιχάλης, με τα χέρια τους επάνω της.

Sorry of my life
Μόλις μας είδαν, η Χριστίνα πάγωσε, ενώ οι άλλοι δυο πήγαν να το ρίξουν στην πλάκα του στιλ «Δεν είναι αυτό που νομίζετε», αλλά κανείς δεν γέλασε. Εμβρόντητες, η Μαρία κι εγώ πήγαμε στην κουζίνα και περιμέναμε να έρθουν κι οι υπόλοιποι για εξηγήσεις, πάνω από δύο μισοάδεια μπουκάλια ποτά που μαρτυρούσαν τι είχε προηγηθεί.
Ο Άρης και ο Μιχάλης ήρθαν και άρχισαν να δικαιολογούνται πως το ξεκίνησε η Χριστίνα, που ήταν μεθυσμένη, ότι επέμενε και πως δεν την αναγνώριζαν πια. Τους στείλαμε σπίτι τους χωρίς ιδιαίτερα δράματα, αφού δεν είχαμε τίποτα σοβαρό μαζί τους και η κατάσταση θα έληγε ούτως ή άλλως.
Περιμέναμε να εμφανιστεί και η Χριστίνα, αλλά τίποτα. Λίγη ώρα μετά πήγαμε στο δωμάτιό της και της ζητήσαμε το λόγο. Εκείνη δεν απάντησε, ψέλλισε μόνο «Δεν ξέρω, δεν κατάλαβα πώς έγινε», έπειτα μας είπε ότι είναι μεθυσμένη και να την αφήσουμε ήσυχη. Εκείνη τη στιγμή μού φάνηκε πραγματικά αξιολύπητη και δεν έδωσα συνέχεια. Ούτως ή άλλως είχαμε δει με τα μάτια μας τι είχε συμβεί.

Κατά γράμμα
Όπως ήταν φυσικό, με τον Άρη και τον Μιχάλη κόψαμε επαφή και με τη Χριστίνα ψυχραθήκαμε τελείως και δεν ανταλλάζαμε κουβέντα. Συνειδητοποίησα όμως ότι η συμπεριφορά της ήταν περισσότερο προβληματική, ανησυχητική μάλλον, όταν σκέφτηκα ότι δεν είχε ποτέ της σχέση, δεν είχε κάνει ποτέ σεξ και παραλίγο, με δική της πρωτοβουλία, να έχει την πρώτη της εμπειρία όχι με έναν, αλλά με δύο άντρες που δεν είχαν σχέση μαζί της.
Δύο μέρες πριν φύγει η Μαρία, αποφασίσαμε να ψάξουμε το δωμάτιο της Χριστίνας. Κακό, το ξέρω, αλλά ήθελα να μάθω περισσότερα για τον άνθρωπο που κοιμόταν στο διπλανό δωμάτιο και φερόταν τόσο αλλοπρόσαλλα.
Μπήκαμε την ώρα που εκείνη έλειπε στη σχολή και ψάχνοντας στα συρτάρια της βρήκαμε γράμματα που είχε γράψει πρόχειρα, πριν τα καθαρογράψει και τα στείλει, πράγμα που δεν είχα ξανακούσει ποτέ να γίνεται, αλλά εκείνη το έκανε – μάλιστα κρατούσε τα πάντα.

Fake id
Διάβασα λοιπόν ένα γράμμα που είχε στείλει σε μια εξαδέλφη της και όπου περιέγραφε τη ζωή της στη Θεσσαλονίκη. Μόνο που έγραφε ότι τώρα φιλοξενούσε μια φίλη της και ότι μαζί είχαν γνωρίσει σε ένα κλαμπ δύο φίλους, τον Άρη και τον Μιχάλη. Έγραφε ακόμα ότι εκείνη τα είχε φτιάξει με τον Άρη και έβγαιναν κάθε βράδυ. Με λίγα λόγια, η Χριστίνα έγραφε ακριβώς σαν να ζούσε τη δική μου ζωή. Τη στιγμή που το κατάλαβα, ένιωσα το αίμα να παγώνει στις φλέβες μου.
Άνοιξα το κομοδίνο της, προσπαθώντας να καταλάβω κάτι παραπάνω, χωρίς να έχω ιδέα τι να περιμένω. Εκεί βρήκα ένα σωρό δικά μου μικροπράγματα, που νόμιζα εδώ και καιρό ότι τα είχα χάσει, καθώς και αρκετές φωτογραφίες μου. Συνειδητοποίησα πόσες φορές την είχα δει να βρίσκει «τυχαία» την τσάντα ή το κινητό μου όταν τα έψαχνα μέσα στο σπίτι, πόσες φορές την είχα πετύχει να με κοιτάζει όταν νόμιζε ότι η προσοχή μου ήταν στραμμένη αλλού. Είχα καταλάβει ότι κάτι δεν πήγαινε καλά, αλλά αυτό ήταν πολύ περισσότερο απ’ όσο μπορούσα να διαχειριστώ.

Who are you?
Την περίμενα με τα γράμματα στο χέρι. Με το που μπήκε σπίτι, της ζήτησα το λόγο. Εκείνη προσπάθησε να γυρίσει τη συζήτηση στο ότι εγώ ήμουν λάθος, που έψαξα τα πράγματά της. Έχασα την ψυχραιμία μου και ξέσπασα λέγοντάς της σκληρές κουβέντες, ελπίζοντας να πάρω μια απάντηση για τη συμπεριφορά της.
Αν το πρόβλημά της ήταν η αυτοεκτίμηση, σήμερα καταλαβαίνω ότι μάλλον το επιδείνωσα, αλλά τότε ήμουν 20 χρόνων και μόλις είχα μάθει ότι η συγκάτοικός μου προσπαθούσε να κλέψει τη ζωή μου.
Η Χριστίνα έπαθε υστερία, αλλά δεν απολογήθηκε. Δεν είπε τίποτα λογικό, μόνο να σταματήσω να την πιέζω γιατί θα φώναζε τον πατέρα της, που ήταν στην αστυνομία. Τηλεφώνησα στους γονείς μου και τους είπα τι είχε συμβεί. Δεν ένιωθα πια καθόλου ασφαλής να περάσω έστω και μία νύχτα στο σπίτι μαζί της. Οι δικοί μου ήρθαν αμέσως και μέσα σε δύο μέρες είχα μετακομίσει σε καινούρια γειτονιά.

Oversharing
Δεν την ξαναείδα για καιρό, αν και μέσω κοινών γνωστών μάθαινα νέα της. Άκουσα ότι τσακώθηκε άσχημα με μια φίλη της επειδή της έκλεβε προσωπικά αντικείμενα, ότι έκανε την πρώτη της σχέση στα 30 και ότι προσπαθεί να κάνει καριέρα στη διαφήμιση.
Την ξανασυνάντησα πρόσφατα σε μια εκδήλωση. Με πλησίασε και μου έλεγε πόσο καλά είναι, όμως η ένταση στα μάτια της μου έλεγε μια διαφορετική ιστορία. Μου είπε ότι θα με ψάξει στο Facebook για να γίνουμε φίλες και κούνησα απλώς το κεφάλι. Έστω και με ηλεκτρονικούς όρους, δεν θέλω καν να φανταστώ μέχρι πού μπορεί να φτάσει για τη Χριστίνα η ιδέα του share.

Home, sweet home
Το να διαλέξεις συγκάτοικο δεν είναι η πιο εύκολη υπόθεση όταν ανάμεσα στους υποψήφιους δεν βρίσκεται κανένας φίλος που ξέρεις καλά. Πριν μοιραστείς τα κλειδιά σου με κάποιον άλλο, συγκέντρωσε όσο περισσότερες πληροφορίες μπορείς γι’ αυτόν κι αν παρατηρήσεις οποιαδήποτε ανησυχητική συμπεριφορά ή συνήθεια που σε φέρνει σε δύσκολη θέση, απομακρύνσου, εκτός αν το να κοιμάσαι κλειδώνοντας την πόρτα της κρεβατοκάμαρας σου φαίνεται καλή ιδέα.

Πηγή: Cosmopolitan

Εκείνος κι εκείνος



Όταν έπιασα τον άντρα που παντρεύτηκα με έναν άλλον άντρα, κατάλαβα μια και καλή ότι στη ζωή δεν πρέπει να παίρνεις τίποτα ως δεδομένο.

Από τη Μαρία, όπως τα διηγήθηκε στη Χριστίνα Μπίθα

Κατάγομαι από μια μικρή πόλη της Πελοποννήσου. Στην επαρχία τα πράγματα κυλάνε απελπιστικά αργά, δεν έχεις και τόσο επαφή με τον έξω κόσμο, τα κουτσομπολιά δίνουν και παίρνουν. Όχι πως είχα δώσει ποτέ αφορμή για σχόλια – ήμουν πάντα το «παιδί από καλή οικογένεια», με μπαμπά συντηρητικό στρατιωτικό που έκανε ό,τι μπορούσε για να δει την κόρη του τακτοποιημένη στα οριοθετημένα κοινωνικά κουτάκια. Σωστή ανατροφή: check. Σοβαρές σπουδές (Νομικής, στην Κομοτηνή): check. Καλή προίκα (μία μεζονέτα στην πόλη κι ένα οικόπεδο στην εξοχή για μελλοντική αξιοποίηση): check. Έμενε να βρεθεί κι ο τέλειος γαμπρός. Βρέθηκε κι αυτός. Πέρασαν πέντε ολόκληρα χρόνια μέχρι ν’ ανακαλύψω την ομοφυλοφιλία του.

Ένας ιδανικός σύζυγος
Ήμουν 27 όταν μετακόμισα στην Αθήνα, για να εργαστώ ως ασκούμενη δικηγόρος, ένα καλοκαίρι αφόρητα ζεστό και μοναχικό. Αλλά όταν μπήκε το φθινόπωρο κι έπιασα δουλειά, όλα άλλαξαν. Γνώρισα την Αντιγόνη, που έμενε στην ίδια πολυκατοικία και η οποία ήξερε πολύ κόσμο, και κάθε εβδομάδα ήμασταν σε διαφορετικό πάρτι. Σ’ ένα από αυτά γνώρισα τον Αλέξανδρο. Στην αρχή, όταν με πλησίασε και μου μίλησε, νόμιζα πως με είχε περάσει για κάποια άλλη. Δεν θα με έλεγες όμορφη, μάλλον συμπαθητική. «Είναι κελεπούρι αυτός» μου ψιθύρισε όχι χωρίς ζήλια η Αντιγόνη. Δίμετρος, ανοιχτόχρωμος, με γυμνασμένο σώμα και φοβερό αέρα, χαιρετούσε τους πάντες εκεί λες και ήταν δήμαρχος – αυτό ήταν, ομολογώ, που με αφόπλισε εντελώς, γιατί εγώ είμαι το ακριβώς αντίθετο.
Περιζήτητος εργένης, με λίγα λόγια. Από βέρα αθηναϊκή οικογένεια (ο μπαμπάς μου θα έκανε τούμπες), με ιδιόκτητη πολυκατοικία στο Κολωνάκι. Μοναχογιός μεγαλοδικηγόρου. Δικηγόρος κι ο ίδιος, με δικό του γραφείο. Θερινή κατοικία στο Καβούρι. Πάντα κομψός, με αδυναμία στις χρωματιστές γραβάτες. Αν δεν ήταν αυτός ο θεός επί γης, ποιος ήταν; Αυτός ο θεός λοιπόν, ύστερα από μια μεγάλη κουβέντα που είχαμε όλο το βράδυ (μόνο ομάδα αίματος δεν με ρώτησε), προθυμοποιήθηκε να με γυρίσει σπίτι. Τρεις μήνες μετά μου ζήτησε να παντρευτούμε.

Νύφη κατά παραγγελία
Νομίζω ότι καμιά δεν θα μπορούσε να του πει «όχι». Εγώ, πάντως, δεν μπόρεσα. Λάθος μου, αλλά η αλήθεια είναι πως δεν κάθισα να πολυσκεφτώ γιατί κάποιος που είναι τόσο περιζήτητος ήθελε να δεσμευτεί, και μάλιστα τόσο άμεσα. Τον είχα ερωτευτεί τρελά, κάθε μέρα έπαιρνα τηλέφωνο τις φίλες μου στην επαρχία και εκθείαζα τις αρετές του, από το πόσο τέλειος ήταν στο κρεβάτι (ειδικά για κάποια σαν κι εμένα, που είχα μάλλον λίγες ερωτικές εμπειρίες) μέχρι το πόσο σεμνός, καλλιεργημένος, όμορφος ήταν ο μέλλων σύζυγός μου.
Δύο πράγματα μόνο με ξένιζαν: πώς είχε αρνηθεί την πρότασή μου να φύγω από το γραφείο που ήμουν και να πάω ασκούμενη στο δικό του («Δεν είναι σωστό», μου έλεγε, «να είμαστε μαζί και στο σπίτι και στη δουλειά») και η σνομπ αντιμετώπιση των γονιών του, που έδειχναν να με δέχονται στην οικογένειά τους στην καλύτερη περίπτωση από ανάγκη. Ήταν περίεργο, αλλά ακριβώς έτσι ένιωθα, πως ήταν «υποχρεωμένοι» να δεχτούν αυτόν το γάμο.
Οι γονείς μου, από την άλλη, πετούσαν στα ουράνια. Δεν τους πτόησαν καθόλου τα σνομπ πεθερικά, τον δε Αλέξανδρο τον συμπάθησαν, εννοείται, αμέσως. Όλα έγιναν όπως έπρεπε, ο γάμος, το γαμήλιο ταξίδι, η μετακόμισή μου στο διαμέρισμά του, κάτω ακριβώς από εκείνο των δικών του, που με τον καιρό έδειχναν λίγο πιο φιλικοί απέναντί μου. Ακολούθησε μια ανέφελη πενταετία, που επισφραγίστηκε από τον ερχομό ενός παιδιού. Ήμουν στην κορυφή – δεν έμενε παρά ν’ αρχίσει η κατρακύλα, χωρίς τέλος.

Μυστικά και ψέματα
Κάποια στιγμή ο Αλέξανδρος άρχισε να λείπει πολλές ώρες από το σπίτι και η μόνιμη απάντηση στις ερωτήσεις μου ήταν πως είχε «πολλή δουλειά». Ακόμα όμως κι όταν ήταν εκεί, δεν είχε μεγάλη διάθεση για κουβέντα ή, ακόμα χειρότερα, για σεξ. Εγώ πλέον ήμουν μόνιμα στο σπίτι, αφού είχα αποφασίσει να βάλω τη δικηγορική καριέρα στην άκρη και ν’ αφοσιωθώ στο παιδί – με αποτέλεσμα να νιώθω πιο μόνη από ποτέ.
Δεν ήξερα με ποιον να το συζητήσω. Είχα μεν την Αντιγόνη, αλλά δεν ήθελα να επιβεβαιώσω στα μάτια της αυτό που ενδόμυχα φοβόμουν, πως η συγκεκριμένη σχέση παραήταν τέλεια για να είναι αληθινή. Αλλά και πάλι, έπρεπε να μάθω τι συνέβαινε. Μήπως είχε γνωρίσει κάποια άλλη;
Θα μάθαινα με τον πιο οδυνηρό τρόπο λίγο αργότερα, ένα απόγευμα που του είχα αγοράσει μια ακόμα ροζ γραβάτα για να εμπλουτίσει τη συλλογή του και σκέφτηκα να του τη δώσω εκείνη τη στιγμή. Του τηλεφώνησα στο κινητό και ήταν κλειστό. Δεν πτοήθηκα. Είχα μαζί μου το κλειδί του γραφείου και αποφάσισα να του κάνω έκπληξη.
Όταν άνοιξα την πόρτα, έμεινα αποσβολωμένη από το σοκ. Ο άντρας μου και μπαμπάς της δίχρονης κόρης μας βρισκόταν στο πάτωμα στα γόνατα, με το παντελόνι και το εσώρουχο κατεβασμένα. Την εικόνα συμπλήρωνε ο Κώστας, ένας αρρενωπός νεαρός που είχε προσλάβει πριν από έξι μήνες και για τον οποίο ο Αλέξανδρος μιλούσε πάντα με τα καλύτερα λόγια: «Δεν ξέρω τι θα έκανα χωρίς αυτόν» και «Είναι τόσο φιλότιμο παιδί, που δεν λέει ποτέ “όχι”». Μάλιστα, τώρα καταλάβαινα γιατί.

Fairytale gone bad
Οι ώρες και οι µέρες που ακολούθησαν ήταν οι πιο εφιαλτικές της ζωής μου. Όταν εκείνος γύρισε σπίτι (είχα κάνει επιτόπου µεταβολή από το γραφείο του), µε βρήκε µε τη µικρή αγκαλιά και πρόσωπο αλλοιωµένο από τα δάκρυα, και αντί να πέσει στα πόδια μου ν’ απολογηθεί για την απίστευτη ταπείνωση που έζησα, προσπάθησε να µε βγάλει τρελή. «∆εν ξέρεις τι σου γίνεται. Απλώς µου είχαν πέσει κάτι χαρτιά κι ο Κώστας µε βοηθούσε να τα µαζέψω» μου είπε κατά λέξη, κι εγώ ένιωσα σαν κάποιος να με ποδοπατούσε εκείνη τη στιγμή με λύσσα.
Πού ήταν ο θεός που είχα παντρευτεί; Γιατί στη θέση του υπήρχε πια ένας θρασύδειλος άνθρωπος, που νοιαζόταν απλώς να σώσει την υπόληψή του, χωρίς να λογαριάζει την ίδια του την οικογένεια. Αµφέβαλλα, βέβαια, αν µε είχε δει ποτέ του ως οικογένεια (παρ’ όλες τις µετέπειτα διαβεβαιώσεις του για το αντίθετο). Μήπως απλώς πληρούσα τις προϋποθέσεις; Σεµνή κοπέλα, για οικογένεια, αρκετά εµφανίσιµη ώστε να µη γεννά πολλές υποψίες ενώ εκείνος συνέχιζε τη δική του διπλή ζωή;
Πώς είχα ξεγελαστεί σε τέτοιο βαθµό; Ήταν τόσο καλός ηθοποιός, που µπορούσε ακόµα και να κάνει σεξ µε γυναίκα; «Φαντασιωνόµουν πως ήσουν άντρας» ήταν η απάντησή του, για να με διαβεβαιώσει αμέσως –λες και μ’ ένοιαζε πια– πως δεν είχε πάει µε άλλον τα πρώτα χρόνια του γάµου µας. Δεν μπορούσα να πιστέψω πως ήμουν εγώ ο αποδέκτης τέτοιων εξομολογήσεων. Δεν ήταν δυνατό να είμαι εγώ.

Πατρινό καρναβάλι για πάντα
Άρχισα να βλέπω ψυχολόγο, αλλά σταμάτησα σχεδόν αμέσως, από ντροπή. Την ντροπή διαδεχόταν η απελπισία, την απελπισία η απέραντη μοναξιά, τη μοναξιά η κατάθλιψη. Ήθελα να φύγω από εκεί μέσα, να πάρω διαζύγιο και, φυσικά, την επιµέλεια του παιδιού. Και τότε ο Αλέξανδρος άρχισε να µε απειλεί.
Ότι θα ισχυριζόταν στο δικαστήριο πως ήµουν µυθοµανής αν τολµούσα να ξεστοµίσω τίποτα. Ότι θα διέδιδε πως είχα κρυφή σχέση. Πάνω στο παραλήρημά του απαγόρεψε στους γονείς του να βλέπουν το παιδί. Οι δε τελευταίοι είµαι σίγουρη από τις µηχανικές τους αντιδράσεις ότι ήξεραν τα πάντα και είχαν δεχτεί αυτή τη µασκαράτα για να µην ξεσπάσει σκάνδαλο στον κύκλο τους. Μετά τις απειλές, για να με αποτρελάνει, το γυρνούσε στο µελόδραµα και µε παρακαλούσε να κάνω υποµονή, «για να µην καταστραφεί ο γάµος µας». Άλλα αντ’ άλλων. Μέχρι που δεν άντεξα, τα είπα όλα στους γονείς µου, που ήρθαν και µας πήραν σηκωτές από την Αθήνα. ∆εν ξέρω τι θα έκανα χωρίς αυτούς.

Time heals
Έχουν περάσει άλλα πέντε χρόνια από τότε. Ήταν δύσκολα, αλλά αναρρώνω σιγά σιγά. Μένω και εργάζοµαι πια στην πόλη όπου γεννήθηκα. Η κόρη µου πάει σχολείο. Στις φίλες µου στην Αθήνα δεν έχω πει τον αληθινό λόγο διαζυγίου: τα κουτσομπολιά που περνούσαν και δε με άγγιζαν τόσα χρόνια, θα ’πεφταν τώρα και θα με πλάκωναν.
Όσο για τον πρώην άντρα µου, διατηρούµε πια µια πολιτισµένη σχέση για χάρη του παιδιού. ∆εν ήταν κανείς κακός σ’ αυτή την ιστορία, απλώς πιο αδύναµος. Του οφείλω στο κάτω κάτω πέντε όµορφα χρόνια και την κόρη µου. Τώρα είµαι και πάλι µε κάποιον µε τον οποίο περνάω υπέροχα, αν και νοµίζω πως δεν θέλω να ξαναπαντρευτώ ποτέ. Αλλά και πάλι, ποτέ δεν ξέρεις.

Ο άλλος μου εαυτός
Σύμφωνα με μια σχετικά πρόσφατη μελέτη της Υπηρεσίας Υγείας της Νέας Υόρκης, περίπου ένας στους δέκα άντρες –σε σύνολο 2.400 ερωτώμενων– που ισχυρίζεται ότι είναι στρέιτ, στην πραγματικότητα προτιμά άτομα του ίδιου φύλου. Το δε 70% αυτών των περιπτώσεων είναι παντρεμένοι.

Είμαστε μια ωραία ατμόσφαιρα
Το να μάθεις πως ο σύντροφός σου είναι οµοφυλόφιλος είναι σοκαριστικό. Από την άλλη, υπάρχουν ζευγάρια που, αφού «όλα τα χαρτιά έχουν πέσει στο τραπέζι», αποφασίζουν να προ­χω­ρήσουν. Επειδή κρίνουν ότι αυτό είναι καλύτερο για τα παιδιά τους. Για λόγους οικονομικούς ή ανασφάλειας. Επειδή το σεξ ούτως ή άλλως δεν είναι προτεραιότητα στη ζωή τους.
Κι έτσι, συνεχίζουν την κοινή τους ζωή – κι ο καθένας κάνει ό,τι θέλει εκτός (ναι, ακόµα και στην Ελλάδα).

Πηγή: Cosmopolitan