Τὸ ξέρω πὼς καθένας μοναχὸς πορεύεται στὸν ἔρωτα, μοναχὸς στὴ δόξα καὶ στὸ θάνατο.
Τὸ ξέρω. Τὸ δοκίμασα. Δὲν ὠφελεῖ. Ἄφησέ με νἄρθω μαζί σου ~ Η Σονάτα του Σεληνόφωτος

Lisa

This is thy hour O Soul, thy free flight into the wordless. Away from books, away from art, the day erased, the lesson done. Thee fully forth emerging, silent gazing, pondering the themes thou lovest best. Night, sleep, death, and the stars. - Walt Whitman

Κυριακή 8 Μαρτίου 2020

A woman in the 50's

Μία χαμένη γυναικεία τσάντα του 1950 αποκαλύπτει 
πώς ήταν στα αλήθεια η ζωή εκείνη την εποχή

Την βρήκε τυχαία ο επιστάτης ενός σχολείου και ξετυλίγει ολόκληρη την πραγματικότητα ενός έφηβου κοριτσιού εκείνης της δεκαετίας.


Η απρόσμενη ανακάλυψη μίας δερμάτινης, κόκκινης τσάντας της δεκαετίας του '50 έρχεται για να δώσει στον κόσμο του 21ου αιώνα μία καλή γεύση του πώς ήταν πραγματικά η ζωή εκείνη την εποχή, του τι σήμαινε να είσαι νέος σε μία από τις πιο ξεχωριστές δεκαετίες για την ιστορία της ανθρωπότητας.

Το 2019 ένας επιστάτης στο North Canton Middle School στο Οχάιο, ξεκίνησε να επισκευάζει μερικά παλιά, παρατημένα λόκερς [ Σημείωση του Επιμελητή: lockers είναι τα προσωπικά ντουλαπάκια των μαθητών στα αμερικανικά σχολεία, στα οποία μπορούν να κλειδώσουν τα προσωπικά τους αντικείμενα. Συναντώνται και σε αποδυτήρια γυμναστηρίων. ] όταν εντόπισε ένα κόκκινο αντικείμενο πεσμένο σε ένα στενό χώρισμα, ανάμεσα στα λόκερς και τον τοίχο. Αν και η τσάντα είχε υποστεί σοβαρές φθορές στο εξωτερικό της, τα πράγματα που βρίσκονταν μέσα ήταν πολύ καλά διατηρημένα και δίνουν μία πραγματικά καλή εικόνα του πώς ήταν στα αλήθεια η ζωή ενός εφήβου εκείνης της εποχής, ζωντανεύοντας εικόνες ρετρό αισθητικής που συγκινούν και εντυπωσιάζουν.

Σύμφωνα με το περιεχόμενο της τσάντας, το κόκκινο μικρό clutch του 1957 άνηκε στην Patti Rumfola που, πράγματι, είχε δηλώσει ότι έχασε την τσάντα της σε κάποιον σχολικό χορό την ίδια χρονιά. Τότε το σχολείο είχε την ονομασία Hoover High Schoοl, ενώ δεν είναι γνωστό αν η τσάντα έπεσε από λάθος στο χώρισμα δίπλα στον τοίχο ή αν κάποιος την έκρυψε εκεί για συγκεκριμένο λόγο.



Τα αντικείμενα, όμως, που εντοπίστηκαν μέσα σε αυτήν λένε από την αρχή μία θαυμάσια ιστορία, που θα μπορούσε να είναι ακόμα και ταινία. Την ιστορία ενός νεαρού, δραστήριου και δημοφιλούς κοριτσιού που ζούσε στα τέλη της δεκαετίας του '50 και ήθελε να αλλάξει τον κόσμο. Μέσα στο κόκκινο τσαντάκι βρέθηκαν πολλά μολύβια, στυλό, ένα ημερολόγιο τσέπης (τότε δεν υπήρχαν κινητά για να έχει η Patti ηλεκτρονικό ημερολόγιο παντού μαζί της), εισιτήρια για το λεωφορείο, την κάρτα μέλους του YMCA και πολλές φωτογραφίες της οικογένειας της και των φίλων της.



Το αμερικανικό σχολείο αμέσως αποφάσισε πως τσάντα πρέπει να επιστραφεί άμεσα στην ιδιοκτήτρια της, δηλαδή στην Rumfola και γρήγορα μπόρεσε να διασταύρωσει πως η Patti αποφοίτησε από το λύκειο το 1960.

Δυστυχώς η διεύθυνση του εκπαιδευτικού ιδρύματος ανακάλυψε σύντομα ότι η Rumfola είχε πεθάνει το 2013, σε ηλικία μόλις 71 ετών στον Πενσυλβάνια. Ωστόσο, έζησε μία πολύ γεμάτη ζωή, έγινε και η ίδια καθηγήτρια και απέκτησε 5 παιδιά.


« Το σχολείο επικοινώνησε με την οικογένεια της Rumfola για να τους παραδώσει την τσάντα και όλα της τα παιδιά, μαζί με τα εγγόνια της, συγκεντρώθηκαν το περασμένο φθινόπωρο για να ανοίξουν όλοι μαζί το περιεχόμενο της τσάντας, ώστε να ρίξουν μία κλεφτή ματιά στην αληθινή ζωή της μητέρας τους πίσω στο 1957 ».


Πηγή: womantoc.gr

Σάββατο 7 Μαρτίου 2020

ένα μόνιμο λάθος

The Art of Dying

«Η τέχνη του να πεθαίνεις»
Το κείμενο της δεκαετίας γράφτηκε στο τέλος της

Ο γνωστός κριτικός τέχνης του New Yorker – και παλαιότερα της Village Voice - Peter Schjeldahl, διαγνώστηκε με προχωρημένο στάδιο καρκίνου και αποχαιρέτησε τους αναγνώστες του περιοδικού αλλά και την ζωή του την ίδια με ένα συγκλονιστικό κείμενο που φέρει τον τίτλο “The Art of Dying”. Μεταφέραμε κάποια αποσπάσματα που λειτουργούν ως πολύτιμα μαθήματα ζωής από έναν μελλοθάνατο.

O Peter Schjeldahl με τη σύζυγό του Brooks το 1981 στη Νέα Υόρκη

Καρκίνος του πνεύμονα, καλπάζων. Καμία έκπληξη. Καπνίζω από τα δεκάξι. Παλιότερα ντρεπόμουν στην σκέψη ότι θα πεθάνω σχετικά νέος, επιτρέποντας έτσι στους ανθρώπους να μουρμουράνε με σοφία: «Ήταν μανιώδης καπνιστής, ξέρεις». Στα 77 μου όμως έχω περάσει τα όρια του προσδόκιμου ζωής. 

Ξέρω πώς είναι να τελειώνεις και να σε τελειώνει μια εξάρτηση. Είμαι ένας αλκοολικός που έχει κόψει το αλκοόλ εδώ και 27 χρόνια. Το ποτό μου διέλυε τη ζωή. Ο καπνός απλά την συντομεύει, με τα καλύτερα να έχουν περάσει έτσι κι αλλιώς. 

Ο θάνατος μοιάζει μάλλον με την ζωγραφική παρά με την γλυπτική, επειδή μπορείς να δεις μόνο την μία όψη. Μονόχρωμος – σαν το πρώην τοίχος του Βερολίνου που η κανονική του απόχρωση ήταν γκρίζου μαυσωλείου, αλλά τα παιδιά στην δυτική πλευρά το εξιδανίκευαν γεμίζοντάς το γκραφίτι. Κάτι τέτοιο προσπαθώ να κάνω κι εγώ εδώ. 

Η φιλία δεν είναι εφικτή ανάμεσα σ΄ ένα καλλιτέχνη και σ' έναν κριτικό. Ο ένας θέλει από τον άλλον κάτι – το χάρισμα του καλλιτέχνη, την οξύνοια του κριτικού – που ανήκει αυστηρά στο κοινό το οποίο ο καθένας τους απευθύνεται με τη δουλειά του. Είναι σαν δύο ηλεκτρικές σκούπες που ρουφάνε η μία την άλλη. 

Έλεγα πάντα πως όταν έρθει η ώρα μου, θα ήθελα να φύγω γρήγορα. Χάνεται όλη η πλάκα όμως έτσι. 

Συμβουλή προς φερέλπιδες νέους: Τα χρόνια που περνάς ως ασήμαντος είναι οδυνηρά αλλά πολύτιμα, επειδή κανείς δεν κάνει τον κόπο να σου πει ψέματα. Η στιγμή που γίνεσαι κάποιος είναι η στιγμή που έχεις ακούσει την τελευταία αλήθεια. Για καμιά ντουζίνα χρόνια, έκανα παρέα, έπινα και κοιμόμουν με καλλιτέχνες που δεν με έπαιρναν σοβαρά. Είναι απίστευτο πόσα πράγματα παρατήρησα, άκουσα, κρυφάκουσα και αφομοίωσα εκείνο το διάστημα. 

Ένα μεθυσμένο βράδυ, μια εξαίρετη ζωγράφος με άφησε να τραβήξω μια πινελιά σε έναν πίνακα που σκόπευε να εγκαταλείψει. Προσπάθησα απλά να συνεχίσω μια μαύρη γραμμή που είχε ξεκινήσει εκείνη. Η αντίθεση ανάμεσα στην ελεγχόμενη πίεση του δικού της αγγίγματος και στη δική μου πλαδαρή κηλίδα με σόκαρε, σωματικά. Ήταν σα να κάνεις χειραψία με ένα μικροσκοπικό άτομο που σε στριφογυρίζει στον αέρα. 

Το γράψιμο αναλώνει αυτούς που γράφουν. Το έχουν πει άπειροι συγγραφείς, καλύτεροι από μένα. Είναι πάθος που βλάπτει τις σχέσεις. Σκέφτομαι κάθε τόσο τους ανθρώπους που αγαπώ, αλλά το γράψιμο το σκέφτομαι όλη την ώρα. 

Το γράψιμο είναι δύσκολο, αλλιώς θα το έκαναν όλοι.

Νέος, έκανα πολλά ναρκωτικά στην υπηρεσία της «συστηματικής διαταραχής των αισθήσεων» (Ρεμπώ). Βοήθησαν καθόλου; Δεν ξέρω. Το LSD με δίδαξε πράγματα για τη λειτουργία του μυαλού καθώς έκανε όλους τους μηχανισμούς του ταυτοχρόνως αντιληπτούς – το εγώ διαλυόταν σαν αναβράζον παυσίπονο σε ζεστό νερό. 

Αρχικά, το αλκοόλ ήταν απελευθερωτικό για μένα όταν σταμάτησα τα ναρκωτικά. Σταδιακά όμως η ακολουθία του ποτού εξελισσόταν ως εξής: τέλεια, καλά, μέτρια, άσχημα, χάλια, πολύ χάλια και μετά μια φάση για την οποία μόνο η λέξη «κόλαση» μοιάζει ταιριαστή. Κάποια στιγμή προς το τέλος του δεύτερου ποτού, υπήρχε ίσως μια αναλαμπή της παλιάς ευφορίας, χανόταν όμως γρήγορα. Συνεχίζεις να την κυνηγάς μάταια όλο το υπόλοιπο άθλιο βράδυ, αλλά είσαι ήδη τελειωμένος. Έχεις περάσει τη γραμμή. Κι όμως, είναι αδύνατο να φανταστείς τον εαυτό σου να μην πίνει. Η εμμονή είναι σε πλήρη αρμονία με την ίδια την συναίσθηση του εαυτού σου

Η αλήθεια είναι ότι η αλαζονεία – ως υποκατάστατο αυτοπεποίθησης, που δεν είχα καθόλου – με βοήθησε να αντιμετωπίσω με κάποια γενναιότητα τον κόσμο, όταν ήμουν νέος. 

Το ίδιο ισχύει και για τον σνομπισμό: ένα αναγκαίο στάδιο για τους ανασφαλείς μέχρι να αποκτήσουμε το γούστο που αποδέχεται και αντικατοπτρίζει την ποικιλία της εμπειρίας. Ένας ασφαλής τρόπος όξυνσης και ευαισθητοποίησης της αντίληψης είναι η αναζήτηση της αισθητικής οπουδήποτε: στις ρωγμές του πεζοδρομίου, στα διαφορετικά βαδίσματα των ανθρώπων. Η αισθητική αντίληψη δεν οριοθετείται από την τέχνη – η τέχνη απλώς την συμπυκνώνει για να καταναλωθεί πιο αποτελεσματικά. 

Μου αρέσει να λέω ότι η σύγχρονη τέχνη αποτελείται από το σύνολο των υπαρκτών έργων τέχνης, είτε είναι ηλικίας πέντε χιλιάδων ετών είτε πέντε λεπτών. Τα κοιτάζουμε με σύγχρονο βλέμμα, το μόνο βλέμμα που υπήρξε ποτέ

Διατηρώ, σε αναστολή όμως, το προσωπικό μου γούστο όταν έχω να κάνω με το οπλοστάσιο ενός έργου ενώπιον μου. Έχω βρει ένα τρικ που μου επιτρέπει να είμαι δίκαιος με ένα έργο που καταρχάς με απωθεί: «Τι θα μου άρεσε σ' αυτό το έργο αν μου άρεσε αυτό το έργο;». Μ' αυτή τη μέθοδο, μπορεί και να αλλάξω γνώμη, μπορεί και όχι. Αν δεν λειτουργήσει αυτό, τότε βάζω τον εαυτό μου να αναρωτηθεί: «Πώς είναι άραγε οι άνθρωποι που τους αρέσει αυτό το έργο;» Βασική ανθρωπολογία. 

Την τέχνη την αξιολογώ με βασικά κριτήρια την ποιότητα και την σημασία. Το δεύτερο είναι πιο κρίσιμο, επειδή είμαι δημοσιογράφος. Υπάρχει τέχνη που λατρεύω για την οποία ποτέ δεν θα έγραφα, επειδή δυσκολεύομαι να φανταστώ ότι μπορεί να είναι σημαντική για τον μέσο αναγνώστη. Είναι κάτι που άπτεται της ιδιωτικής μου εμπειρίας ως ατόμου, και αποτελεί ζωογόνο συστατικό της κριτικής μου δραστηριότητας, είναι όμως εκτός της εξουσιοδότησής μου ως κριτικού. 

Γράφω για τους αναγνώστες και όχι για τους καλλιτέχνες, οι οποίοι αν ενδιαφέρονται μπορούν κι αυτοί να αγοράσουν το περιοδικό και να με διαβάσουν όπως όλοι οι υπόλοιποι. Δεν ήταν έτσι πάντα. Όταν ήμουν νέος, είχα υπάρξει πιστός σε συγκεκριμένα πρόσωπα και κλίκες. Κάποια στιγμή όμως αποφάσισα να διαπιστώσω πόσο υπεύθυνος κριτικός μπορούσα να γίνω, ανοιχτός σε ιδέες αλλά ποτέ ρυθμιστικός ή ακυρωτικός. 

Αληθινή ιστορία: Μια φίλη είχε λάβει μια αρχική διάγνωση, σύμφωνα με την οποία είχε καρκίνο στο στήθος σε προχωρημένο στάδιο. Ντροπαλή εκ φύσεως, εξέλαβε αυτή την πληροφορία ως ευκαιρία για να εκφράσει στους πάντες στον κύκλο της πόσο λίγο τους συμπαθούσε και τους εκτιμούσε. Τελικά η αρχική διάγνωση αποδείχτηκε εντελώς εσφαλμένη. Επρόκειτο μόνο για τη νόσο από αμυχή γάτας. Μετακόμισε για πάντα στο εξωτερικό. 

Η Σιμόν Βέιλ είχε πει ότι το υπερβατικό νόημα του χριστιανισμού είναι πλήρες με τον θάνατο του Χριστού στον σταυρό, δεν χρειαζόταν το κερασάκι στην τούρτα που είναι η Ανάσταση. Συμφωνώ. 

Είχα μια στιγμή, περιμένοντας την οριστική διάγνωση, που ένιωσα ξεχωριστός. Τι είναι όμως πιο κοινό από τον θάνατο; Σε όλους συμβαίνει. Για μια στιγμή επίσης φαντάστηκα ότι θα μπορούσα να πιώ ξανά. Αυτή η σκέψη ήρθε και χάθηκε σαν φλασιά. Οι σύντροφοι αλκοολικοί γνωρίζουν ότι το κτήνος, όσα χρόνια κι αν το έχεις διώξει απ' το μυαλό, επιβιώνει. Η ιδέα μου ήταν ένα μικρό άθλιο ρέψιμο από τα βάθη μιας σπηλιάς. 

Η ζωή δεν συνεχίζεται. Δεν πάει πουθενά, εκτός από μακριά. Ο θάνατος συνεχίζεται. Αυτή είναι η δουλειά του. Το μυστικό για να επιβιώσει κανείς στο σύμπαν είναι να είναι νεκρός. 

Η νικοτίνη διεγείρει και χαλαρώνει συγχρόνως. Ανίκητος συνδυασμός. Μαθαίνει το μυαλό να την προτιμά από έναν φυσικό νευροδιαβιβαστή όπως η ακετυλοχολίνη, η οποία, ανάμεσα στις άλλες ευλογίες της, ενισχύει την σβελτάδα του νου. Η νικοτίνη κάνει το ίδιο, καλύτερα. Πόσοι από όσους έχουν κόψει το κάπνισμα, δεν τους λείπει ποτέ; 

Χρειάζεται σθένος για να είσαι καπνιστής στην εποχή μας. 

Να το κόψω τώρα; Αυτό μου λείπει στα τελευταία μου, να γίνει το υπόλοιπο της ζωής μου μια κωμικοτραγική παραβολή για τα συμπτώματα στέρησης της νικοτίνης. 

Προτιμώ να με θάψουν. Όχι στην αποτέφρωση. Θέλω να υπάρχει μια διεύθυνση που να ξέρουν οι άνθρωποι ότι μπορούν να με επισκεφτούν, ακόμα κι αν δεν το κάνουν ποτέ. 

Στ' αλήθεια όμως, κάντε ό,τι θέλετε με το πτώμα. Δεν είμαι εγώ, δεν είναι δικό μου. Πιστεύω ότι πρέπει να συμφωνούμε με τις επιθυμίες του μελλοθάνατου στο νεκροκρέβατο και μετά να τις λησμονούμε, εκτός κι αν έχουν να κάνουν με την ικανοποίηση των ζωντανών. 

Οι αναμνήσεις μας είναι ανυπόστατες. Ο Προυστ είχε κακή μνήμη. (Δεν υπάρχει κανένα «μικρό κομμάτι κίτρινου τοίχου» στον πίνακα «Αποψη του Ντελφτ» του Βερμέερ). Η μνήμη είναι ψεύτρα. Είναι σαν στοίβα από τσακισμένες, μουντζουρωμένες σελίδες μιας μυθοπλασίας που αναθεωρείται διαρκώς – εικασίες που αθροίζονται για να βγάλουν κάποιο νόημα οι ζωές μας. Είναι Ο.Κ. αυτό όμως, πώς αλλιώς θα γινόταν; 

Το νόημα είναι ένα υπόλειμμα ανάμεσα σε άλλα υλικά και θραύσματα, πιο ανθεκτικό όμως. Το νόημα είναι απείρως καλύτερο από το τίποτα επειδή ακριβώς ορίζει το «τίποτα» ως οτιδήποτε δεν έχει νόημα. Συγχρόνως εμποδίζει το τίποτα από το να είναι μόνο το τίποτα. Υπάρχει «το τίποτα που δεν είναι εκεί και το τίποτα που είναι», όπως έλεγε ο Γουάλας Στίβενς. Είναι το ίδιο τίποτα, η προσέγγιση μας είναι διαφορετική. 

Έλεγα πάντα πως όταν έρθει η ώρα μου, θα ήθελα να φύγω γρήγορα. Χάνεται όλη η πλάκα όμως έτσι. 

 ______________ 

Με στοιχεία από το αποχαιρετιστήριο κείμενο του Peter Schjeldahl που δημοσιεύτηκε στο New Yorker με τίτλο "The Art of Dying". 
Επιλογή αποσπασμάτων – απόδοση: Δ. Πολιτάκης 
Πηγή: www.lifo.gr

Η ωραιότερη λέξη της ελληνικής γλώσσας

Εσείς ξέρατε ποια είναι η ωραιότερη λέξη της ελληνικής γλώσσας;


«Ποία είναι η ωραιοτέρα λέξις της ελληνικής γλώσσης;» αναρωτιόταν ο Πέτρος Χάρης (Ιωάννης Μαρμαριάδης 1902-1998)… πριν από περίπου 80 χρόνια και ξεκινούσε ένα όμορφο δημοσιογραφικό παιχνίδι, δημοσιεύοντας τις απόψεις των σπουδαιότερων λογοτεχνών, δημοσιογράφων αλλά και πολιτικών της εποχής· μιας εποχής κατά την οποία κυρίως ο κόσμος των Τεχνών και των Γραμμάτων ερωτοτροπούσε με τη γλώσσα μας, επηρεασμένος σαφώς από την εθνική πολιτική και τον αστικό εκσυγχρονισμό της σχολικής γνώσης που διαμόρφωνε τη νέα ελληνική γλώσσα.

Νομοσχέδια και γλωσσο-εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις από το 1913 και εντεύθεν, καθώς και το νεοφιλελληνικό γλωσσικό κίνημα που αναπτύχθηκε στο εξωτερικό -κυρίως στη Γαλλία με αιχμή την ίδρυση του Ινστιτούτου της Σορβόνης (1920) από τον Hubert Pernot (1870-1946)- έδιναν νέες διαστάσεις στην ευρεία κατανόηση και διάδοση του ελληνικού πνεύματος τόσο στο εσωτερικό όσο και στην Ευρώπη.

Την ώρα που το παιχνίδι αυτό παιζόταν στον Τύπο της Γαλλίας, στην Ελλάδα ο Π. Χάρης, εκμεταλλευόμενος το γεγονός ότι στον τόπο μας ακόμη και η καθημερινή γλώσσα χώριζε τους ανθρώπους σε στρατόπεδα, καλούσε τους διανοούμενους να απαντήσουν.

Έτσι, ο Κωστής Παλαμάς απάντησε ότι η ωραιότερη λέξη είναι ο «δημοτικισμός», ο Γρηγόρης Ξενόπουλος έβρισκε γοητεία στη λέξη «αισιοδοξία», ο Σπύρος Μελάς χωρίς δισταγμό έβρισκε πιο ελκυστική τη λέξη «ελευθερία» και ο στιλίστας Ζαχαρίας Παπαντωνίου εξήρε την ομορφιά της λέξης «μοναξιά».

Ο ζωγράφος και καθηγητής της Σχολής Καλών Τεχνών Ουμβέρτος Αργυρός επέλεγε τη λέξη «χάρμα» διότι, όπως υποστήριζε, δεν υπάρχει σε καμία άλλη γλώσσα και στα πέντε γράμματά της κλείνει ό,τι χίλιες άλλες λέξεις μαζί.

Ο Σωτήρης Σκίπης ανέσυρε τη λέξη «απέθαντος» από τα βυζαντινά κείμενα, διαχωρίζοντάς την από τη λέξη «αθάνατος», και ο Παντελής Χορν δήλωσε παντοτινή προτίμηση στη λέξη «νειάτα».

Ο αλησμόνητος Αθηναιογράφος Δημήτριος Γρ. Καμπούρογλους, παρά τα χρόνια του, προτιμούσε τη λέξη «ιμερτή», δηλαδή την αγαπητή, την ποθητή. Ο θεατράνθρωπος Νικόλαος Λάσκαρις τη «ζάχαρη», ο ιστορικός Διονύσιος Κόκκινος τη λέξη «χίμαιρα», ο ζωγράφος Παύλος Μαθιόπουλος το «φως» και ο γλύπτης Μιχαήλ Τόμπρος τη λέξη «ουσία».

Ο Παύλος Νιρβάνας (Πέτρος Κ. Αποστολίδης), προφανώς επηρεασμένος από τον τόπο του (Σκόπελο), αγαπούσε τη λέξη «θάλασσα». Οι ζωγράφοι αποκάλυπταν τις ευαισθησίες τους: Ο Δημήτριος Γερανιώτης ήθελε την «αρμονία», ο Κωνσταντίνος Παρθένης την «καλημέρα» και ο Δημήτριος Μπισκίνης το «όνειρο».

Ως προς τις γυναίκες που κυριαρχούσαν στην πνευματική ζωή, η λαογράφος Αγγελική Χατζημιχάλη ήθελε «πίστη», ενώ η 25χρονη ηθοποιός Ελένη Παπαδάκη, η οποία έμελλε να δολοφονηθεί άδικα στα Δεκεμβριανά του 1944, δήλωνε πως «η λέξις που περικλείει τα περισσότερα πράγματα, τα πάντα θα έλεγα, είναι η λέξις «ΖΩΗ»»!

Η ιατρός και συγγραφέας Άννα Κατσίγρα ήθελε «χαρά» και η καθηγήτρια του Ελληνικού Ωδείου Αύρα Θεοδωροπούλου αναζητούσε την «καλοσύνη».

Ενδιαφέρουσες όμως ήταν και οι απαντήσεις των πολιτικών του 1933:

Ο στρατιωτικός και Πρόεδρος της Γερουσίας Στυλιανός Γονατάς προτιμούσε το «εμπρός», ο Αλέξανδρος Παπαναστασίου τη λέξη «μάννα» και ο πρόεδρος της Βουλής Θεμιστοκλής Σοφούλης τη λέξη «φιλότιμο» διότι εκφράζει έναν ολόκληρο ηθικό κόσμο και δεν υπάρχει σε άλλη γλώσσα του κόσμου.

Ο αρχηγός του Αγροτικού Κόμματος Ελλάδος Ιωάννης Σοφιανόπουλος πρότασσε την «ανατολή» και ο ιδρυτής του ίδιου κόμματος Αλέξανδρος Μυλωνάς τη λέξη «πόνος».

Αισιοδοξία, ελευθερία, μοναξιά, νειάτα, ιμερτή, θάλασσα, αρμονία, καλημέρα, όνειρο, πίστη και ζωή είναι λέξεις με τις οποίες πορευόταν η Ελλάδα πριν από ογδόντα χρόνια. Ατένιζε την έξοδο από την οικονομική κρίση, έπαιζε με τη ζωντανή ελληνική γλώσσα και επέτρεπε στην παγκόσμια κοινότητα να βαφτίζεται στα νάματά της.

Πηγή: pronews.gr

13 reasons - why the fuck am I still watching?

Το έχουμε πάθει όλοι. Ξεκινάμε να βλέπουμε μία σειρά. Είναι καλογραμμένη, με ενδιαφέροντες χαρακτήρες, ιντριγκαδόρικη πλοκή, έχει κάτι να πει. Ίσως να είναι τηλεοπτική μεταφορά βιβλίου. Ίσως η τηλεοπτική εκτέλεση να ξεπερνά ακόμη και το βιβλίο. Η σειρά έχει επιτυχία, ανανεώνεται για δεύτερη, τρίτη ή και δέκατη τρίτη σεζόν. 


Κάποια στιγμή, αργά ή γρήγορα, η σειρά κάνει κοιλιά. Από ένα σημείο και μετά οι παραγωγοί το τραβούν απλά από τα μαλλιά. Σε περιπτώσεις όπου η σειρά βασίζεται σε βιβλίο, φτάνει κάποιο σημείο όπου το μόνο που έχει πλέον κοινό με το αρχικό υλικό να είναι ο τίτλος. Κάπου ξενέρωσες, κάπου βαρέθηκες, όμως συνεχίζεις να βλέπεις, γιατί έχεις ήδη επενδύσει χρόνο σε αυτή τη σειρά, γιατί θες να δεις πού θα πάει η ιστορία. Θέλεις ένα τέλος. Επιτέλους. Και φτάνεις να απορείς - γιατί κάθομαι και το βλέπω ακόμη;

Μία από αυτές τις περιπτώσεις είναι και το 13 reasons why. Ο πρώτος κύκλος της σειράς βασιζόταν στο ομώνυμο βιβλίο γύρω από την αυτοκτονία μίας έφηβης και τους λόγους που την οδήγησαν εκεί. 

Η Χάνα αυτοκτονεί αφήνοντας πίσω τις 7 κασέτες στις οποίες έχει ηχογραφήσει την ιστορία από τη δική της πλευρά. Καθεμία από τις πλευρές τους απευθύνεται σε ένα άτομο, και κάθε ένα από αυτά τα άτομα την έφερε ένα βήμα πιο κοντά στο απονενοημένο διάβημα. Παραλήπτες των κασετών αυτοί οι άνθρωποι. Οι δεκατρείς λόγοι της Χάνα.

Όταν βγήκε η πρώτη σεζόν, την είχα παρακολουθήσει με αμείωτο ενδιαφέρον. Η ιστορία της Χάνα σε αιχμαλώτιζε, περνώντας παράλληλα μηνύματα για καίρια ζητήματα, όπως ο σχολικός εκβιασμός, η κατάθλιψη, η σεξουαλική κακοποίηση. Η τηλεοπτική εκτέλεση κατάφερε να ξεπεράσει ακόμα και το βιβλίο (εννοείται ότι το διάβασα στο καπάκι για να μπορώ να τα συγκρίνω!). 

Αλλά το θέμα είναι ότι όσο καλή δουλειά και αν έκαναν οι τηλεοπτικοί παράγωγοί, η ιστορία ήταν του Jay Asher. Και όταν το υλικό του Asher τελείωσε, η τηλεοπτική ομάδα δεν είχε κάτι ουσιαστικό να προσθέσει. Αντιθέτως, το τράβηξε σαν ξεχειλωμένο σεντόνι, και προσπάθησε να θίξει υπερβολικά πολλά επίκαιρα -και επίμαχα- θέματα και κινήματα, ώστε να καταλήξει να αγγίζει τα όρια της σαπουνόπερας. 

Στο παρακάτω άρθρο ακολουθούν έξι λόγοι why είναι καιρός να μπει ένα τέλος. Επιτέλους.


SPOILER ALERT 
το άρθρο περιέχει spoilers και για τους τρεις κύκλους της σειράς.



"13 reasons why" season 3: Why, oh why?

Όταν η πρώτη σεζόν του 13 Reasons Why έσκασε με πάταγο στο Netflix, το αποτέλεσμα ήταν ένα αναζωογονητικά ειλικρινές teen drama, βασισμένο στο ομώνυμο young adult μυθιστόρημα, με ορισμένα προβληματικά σημεία, αλλά ένα αφηγηματικό εύρημα, το οποίο κράταγε αμείωτο το ενδιαφέρον μέχρι και το σπαρακτικά λυτρωτικό φινάλε του και μια έκδηλη αγάπη προς τους ήρωές του, η οποία κατέληγε μεταδοτική στον θεατή.  
Η δεύτερη σεζόν ήταν σχεδόν αχρείαστη, καθώς με το κεντρικό ερώτημα της σειράς να είχε απαντηθεί, οι σεναριογράφοι - μην έχοντας πλέον έτοιμο υλικό για να αξιοποιήσουν - πέρασαν σε μια μίξη δικαστικού δράματος και high school μυστηρίου, η οποία είχε τις καλές στιγμές της, αλλά είχε κι ένα εντελώς τραγελαφικό φινάλε, που μάλλον έδειχνε από τότε ότι τα πράγματα θα πάνε από το κακό στο χειρότερο. 
Όπερ και εγένετο δυστυχώς, καθώς η τρίτη και προτελευταία σεζόν είναι ό,τι πιο ξεχειλωμένο έχουμε δει στην τηλεόραση τον τελευταίο καιρό! Και ακολουθούν 6 reasons why... δεν πρέπει να χάσετε τον χρόνο σας: 
1) Η κατάρα του mini-series. Κάποιες σειρές, ειδικά όσες βασίζονται σε βιβλίο, το υλικό του οποίου εξαντλούν συνήθως στην πρώτη σεζόν, γλυκαίνονται από την επιτυχία/υποκύπτουν στις επιθυμίες του κοινού/είναι πολλά τα λεφτά κτλ. κι ενώ μπορεί να έχουν δώσει έναν υποδειγματικό κύκλο επεισοδίων που μπορεί να σταθεί μόνος του, αποφασίζουν να συνεχίσουν με σεζόν που όλο και απογοητεύουν. Το 13 Reasons Why εμπίπτει ακριβώς σε αυτή την κατηγορία, την οποία κοσμεί επίσης εσχάτως το Handmaid's Tale και οριακά το Big Little Lies. Μάλλον θα έπρεπε να είχαν ακολουθήσει το παράδειγμα του Sharp Objects... 
2) Η αφελής και πρόχειρη σεναριακή αντιμετώπιση πολύπλοκων ζητημάτων. Δυστυχώς, σε αυτή τη σεζόν οι σεναριογράφοι δεν έχουν αφήσει σχεδόν κανένα όρθιο. Από την οπλοκατοχή στις ΗΠΑ και το φαινόμενο των μαζικών δολοφονιών σε σχολεία, μέχρι το #metoo, την κρίση με τα οπιοειδή και τη ζωή ενός χρήστη, τις ρίζες της τοξικής αρρενωπότητας και την μεταναστευτική πολιτική Trump, ο κακός ο σεναριακός μύλος όλα τα αλέθει και το αποτέλεσμα είναι μια υπεραπλουστευμένη μάζα κοινοτοπιών, τις οποίες είμαστε αναγκασμένοι να ακούμε ξανά και ξανά από το voiceover στο οποίο επιδίδεται αυτή τη φορά... 
 
3) Ο χαρακτήρας της Άνι. Το νέο κορίτσι στο σχολείο έχει τη μοναδική ικανότητα να γίνεται φίλη στο λεπτό με όλους τους χαρακτήρες, να λέει ψέματα χωρίς να ανοιγοκλείνει καν τα μάτια και να βρίσκεται πάντα στο κατάλληλο μέρος την κατάλληλη στιγμή, ώστε να κρυφακούει και να γνωρίζει πράγματα που κανείς άλλος δεν ξέρει. Οι σεναριογράφοι θέλουν απεγνωσμένα να τη συμπαθήσεις, αλλά σε αυτό δεν βοηθάνε καθόλου... 
4) Οι αψυχολόγητες επιλογές των μισών και βάλε χαρακτήρων. Είναι βεβαίως γνωστό ότι οι έφηβοι δεν αποτελούν και τους πιο ψύχραιμους λήπτες αποφάσεων, καθώς δρουν παρορμητικά μέχρι να μάθουν από τα λάθη τους, αλλά σε αυτή τη σεζόν αρκετοί από τους κεντρικούς ήρωες συμπεριφέρονται σαν να έχουν πάθει κάτι μεταξύ λοβοτομής και αμνησίας, μόνο για να εξυπηρετηθεί η εξίσου αψυχολόγητη επιλογή των σεναριογράφων, η οποία ήταν φανερά... 
5) Η μετατροπή του main villain σε χαρακτήρα με ουσία. Για 2 σεζόν, η σειρά μας έκανε να μισήσουμε τον Bryce Walker, μόνο και μόνο για να χτίσουν σε αυτήν ένα μυστήριο γύρω από τη δολοφονία του, αφού μας κάνουν πρώτα να ενδιαφερθούμε για εκείνον και να αναρωτηθούμε εάν τελικά μπορεί να αλλάξει ένας άνθρωπος. Αυτή είναι και η ερώτηση που βρίσκεται στον πυρήνα αυτού του κύκλου, αλλά καθώς το αποτέλεσμα είναι μπουκωμένο από όλες τις πλευρές με ένα σωρό παράλληλους προβληματισμούς, η σειρά αποτυγχάνει στο να κάνει οποιοδήποτε ηχηρό statement εκτός από... 
6) Το επικίνδυνο τελικό ηθικό δίδαγμα. Όχι, το να θέλεις να προστατεύσεις όσους αγαπάς δεν αποτελεί σε καμία περίπτωση πρώτης τάξεως δικαιολογία για να κάνεις τον έφηβο vigilante, να λες διαρκώς ψέματα σε ενηλίκους ή/και τον φιλικό σου κύκλο ή να παρακωλύει νομικές διαδικασίες, μόνο και μόνο επειδή το δικό σου ηθικό σύστημα αξιών και οι εφηβικές σου ορμόνες ουρλιάζουν ότι εσύ έχεις δίκαιο και κανείς δεν σε καταλαβαίνει. 
Με βάση όλα τα παραπάνω, τα οποία εκτυλίσσονται σε 13 επεισόδια, με διάρκεια περίπου μια ώρα το καθένα, ο συνδυασμός βαρεμάρας και εκνευρισμού που προκαλεί αυτή η σεζόν έχουν ως αποτέλεσμα να έχουμε ξεμείνει από reasons why να δούμε την τέταρτη και ευτυχώς τελευταία σεζόν που θα ακολουθήσει.


Πηγή: moveitmag.gr

Παρασκευή 6 Μαρτίου 2020

Let's be adventurers



Πες μου ότι θα γίνει. Πες μου πως όλα μας τα ταξίδια θα πραγματοποιηθούν κάποια στιγμή. Πες μου πως θα γυρίσουμε μαζί τον κόσμο. Πως θα γράψουμε τις δικές μας ιστορίες. Πως θα πάμε σε μέρη που κανείς δεν θα ξέρει το όνομά μας. 

Πως στο τρένο θα είμαστε οι δυο μας και θα συζητάμε μέχρι το πρωί. Για πράγματα που δεν έχουμε πει ούτε στον ίδιο μας τον εαυτό. 

Πες μου πως αυτές τις αναμνήσεις θα τις ζήσουμε μαζί!


Πηγή: Fallen Angels

Πέμπτη 5 Μαρτίου 2020

Τι με λες και τι σε λέω

10 εκφράσεις που χρησιμοποιούν οι Θεσσαλονικείς
και οι Αθηναίοι δεν καταλαβαίνουν με τίποτα


Θεσσαλονίκη: Η όμορφη συμπρωτεύουσα με τους ωραίους και “ανοιχτούς” ανθρώπους. Η πόλη που έχει βέβαια το δικό της λεξιλόγιο και σήμερα θα το μάθουμε!

Πόσες φορές δεν ταξιδέψατε στην Θεσσαλονίκη και ακούσατε διάφορες εκφράσεις που σας άφησαν με το στόμα ανοιχτό; ή το αντίθετο. Πόσοι Θεσσαλονικείς πήγαν στην Αθήνα και δεν ήξεραν ούτε να παραγγείλουν για να φάνε.

Στη Θεσσαλονίκη το λεξιλόγιο διαφέρει. Οι έννοιες είναι διαφορετικές. Τι είναι το σουβλάκι και τι το καλαμάκι; Τι είναι το φούιτ και τι οι αλοιφές;

Σήμερα ήρθε η ώρα να μάθετε!


1) «Έπαθα φούιτ»

Τι εννοεί ο Θεσσαλονικιός: «Έχω πάθει λάστιχο».

Ποια είναι η αντίδραση του Αθηναίου: Σαν να προσπαθείς να καταλάβεις τι είπε ο Ζουράρις στη Βουλή!


2) «Πάνε φέρε μου το…»

Τι εννοεί ο Θεσσαλονικιός: «Πήγαινε φέρε μου το…»

Ποια είναι η αντίδραση του Αθηναίου: Τι πάνε; τι είναι αυτό; Που τα μιλάνε έτσι τα ελληνικά! Και κοιτούν αποσβολωμένοι.


3) «Από αλοιφές τι έχετε;»- Στην ταβέρνα, όχι στο φαρμακείο

Τι εννοούν στη Θεσσαλονίκη; : «Από σαλάτες/ ορεκτικά (τζατζίκι, τυροκαυτερή, ταραμοσαλάτα κτλ) τι έχετε;»

Ποια είναι η αντίδραση του Αθηναίου: Ανοίγουν το φαρμακείο ανάγκης και ψάχνουν να δουν ποια αλοιφή μπορεί να φαγωθεί. Ίσως να ξέρουν κάτι παραπάνω οι Θεσσαλονικείς!


4) «Και τον λέω τον μ@λάκ@…»

Τι εννοεί ο Θεσσαλονικιός: «Και του λέω του μαλάκα…»

Ποια είναι η αντίδραση του Αθηναίου: Τι έγινε ρε παιδιά; Τον είπα, με είπε κτλ. Είστε καλά;


5) «Θέλω μια ζαμπονοκασερόπιτα»

Τι εννοεί ο Θεσσαλονικιός: «Θέλω μια ζαμπονοτυρόπιτα».

Ποια είναι η αντίδραση του Αθηναίου: Ορίστε; Ποια η διαφορά ανάμεσα στο κασέρι και το τυρί; Φαύλος κύκλος!


6) «Και με λέει ο άλλος “Κάτσε να σε πω βρε π@πάρ@, τι με είπε η άλλη”»

Τι εννοούν στη Θεσσαλονίκη; : «Και μου λέει ο άλλος “Κάτσε να σου πω βρε παπάρα, τι μου είπε η άλλη”».

Ποια είναι η αντίδραση του Αθηναίου: «Και τι σε είπε να πούμε;”


7) «Γιαβρί μου!»

Τι εννοεί ο Θεσσαλονικιός: «Μωρό μου/ πουλάκι μου/ αστέρι μου/ ψυχούλα μου».
[ Σ.τ.Β. (σημείωση της βορειοελλαδίτισσας) γιαβρί = νεαρό ζώο, μωρό ]

Ποια είναι η αντίδραση του Αθηναίου: Κατευθείαν στο λεξικό ή στο translation. Τι γλώσσα είναι αυτή;


8) «Βάλε ρε μ@λάκ@ καμιά μπριζόλα στη φουφού να γουστάρουμε»

Τι εννοεί ο Θεσσαλονικιός: Να ψήσουμε μπριζόλες στα κάρβουνα (φουφού είναι η ψησταριά- όχι το μαγαζί, η μεταλλική συσκευή).

Ποια είναι η αντίδραση του Αθηναίου: Τι φου φου, θα τις σβήνουμε αντί να τις ψήσουμε;


9) «Ντεμέκ…»

Τι εννοεί ο Θεσσαλονικιός: «…και καλά» («Αυτός είναι ντεμέκ γνωστός DJ»)

Ποια είναι η αντίδραση του Αθηναίου: Error 404: translation not found/ System failure- system failure.


10) «Σουβλάκι»

Τι εννοεί ο Θεσσαλονικιός: Το σουβλάκι.
[ Σ.τ.Β. (σημείωση της βορειοελλαδίτισσας) Τον Αθανάσιο Διάκο τον σουβλίσαν ή τον καλαμακώσαν;]

Τι καταλαβαίνει ο Αθηναίος: Καλαμάκι (όχι του καφέ, κρεατώδες), πιτόγυρο, όλα τα κρεατικά, οτιδήποτε έχει καφέ χρώμα, ένα κοπάδι γουρουνιών, μπριζόλα, μπιφτέκι γεμιστό, ο Μπραντ Πιτ, το «Κωνσταντίνου και Ελένης», αγροτικό αυτοκίνητο που μεταφέρει αρνιά στην καρότσα, την ημέρα Παρασκευή όταν η θερμοκρασία κυμαίνεται άνω των 22 βαθμών, πίτα, ψωμάκι, το power στον υπολογιστή, δημητριακά ολικής αλέσεως, όχι χορτοφάγος, κιθαρίστας ή ντράμερ- εν ολίγοις τα πάντα εκτός από αυτό που είναι στην πραγματικότητα.


Εντάξει οι διαφορές δεν είναι πολλές κι αν κάποιος είναι λίγο ξύπνιος τα πιάνει, αλλά είναι τόσο αστείο όταν βλέπεις μερικές αντιδράσεις!

Ιδίως όταν οι Αθηναίοι κοιτούν περίεργα για να καταλάβουν ή όταν παραγγέλνουν σουβλάκια στη Θεσσαλονίκη!

Πηγή: apotis4stis5.com