18 Σεπτεμβριου 2013. Κερατσίνι, Αμφιάλη.
Ένας νεαρός άντρας δολοφονείται εν ψυχρώ από μέλη της ΧΑ.
«Κατ’ αρχάς, να ξεκαθαρίσουμε ότι ο Παύλος ούτε ‘‘έφυγε’’, ούτε ‘‘πέθανε’’, ούτε ‘‘χάθηκε’’ - δολοφονήθηκε. Και δε δολοφονήθηκε ούτε γιατί επιτέθηκε σε κανένα, ούτε γιατί έκλεβε. Ούτε κλεφτοκοτάς ήταν ο Παύλος, ούτε εγκληματίας. Δολοφονήθηκε γιατί μέσα από τα τραγούδια και τη γενικότερη στάση ζωής του εξέφραζε ελεύθερα απόψεις που δεν ‘‘άρεσαν’’ στους νεοναζί της Χρυσής Αυγής που είχαν αρχίσει να επεκτείνονται επικίνδυνα στις γειτονιές του Παύλου. Έτσι, στη μάχη για την ‘‘πολιτισμική ηγεμονία’’ - που θα ’λεγε και ο Γκράμσι - στις γειτονιές του Πειραιά, ο Παύλος και η Χρυσή Αυγή εξέφραζαν δυο διαφορετικούς ιδεολογικούς κόσμους: οι Χρυσαυγίτες αυτόν του μίσους, της δήθεν φυλετικής καθαρότητας, και της θρασυδειλίας, και ο Παύλος αυτόν της λεβεντιάς και της ανθρωπιάς. Γι’ αυτό και –απ’ ότι τουλάχιστον φάνηκε από τις καταθέσεις που είδαν το φως της δημοσιότητας- τον είχαν στη ‘‘μαύρη λίστα’’» Το παραπάνω απόσπασμα είναι από το άρθρο που έγραψαν οι Social Waste, το συγκρότημα χιπ χοπ που συνυπήρξε καλλιτεχνικά με τον Παύλο. Έκαναν μαζί τραγούδια, συναυλίες, και παρέα.

Δεν έχει σημασία αν ήταν φασίστας ή αντιφασίστας, πλούσιος ή φτωχός, μαύρος ή λευκός, όμορφος ή άσχημος, θεοσεβούμενος ή άθεος. Σημασία έχει ότι ήταν άνθρωπος, ότι κι αυτόν τον γέννησε μια μάνα(ο πόνος της οποίας έφερε δάκρυα στα μάτια όλων μας). Ότι κι αυτός είχε μια ζωή, ανθρώπους στους οποίους λείπει, ότι άφησε κάπου ένα κενό πίσω του. Ότι η ζωή του αποσπάστηκε από εκείνον δια της βίας. Ότι κανένας δεν έχει το δικαίωμα να το παίζει Θεός και να αφαιρεί μια ανθρώπινη ζωή.
Προσωπικά, αν με ρωτήσετε, θα σας απαντήσω ότι ο Παύλος Φύσσας έγινε σπουδαίος αντιφασίστας και ήρωας με το θάνατο του. Ότι, ίσως, ως αγωνιστής υπερτιμήθηκε εξαιτίας της δολοφονίας του(ή αν μου επιτρέψετε να το θέσω λίγο πιο άκομψα "τον έκαναν οι φασίστες ήρωα δολοφονώντας τον"). Αυτό, ωστόσο, δεν αναιρεί τον τραγικό χαμό του. Δεν αναιρεί τον παράνομο χαρακτήρα της πράξης, ούτε το αποτρόπαιο κίνητρο. Το εν ψυχρώ έγκλημα παραμένει ειδεχθές.
Εγώ τη μητέρα του σκέφτομαι. Γι' αυτή τη μάνα γράφω(και για κάθε μάνα που έρχεται αντιμέτωπη με μια τραγωδία σαν αυτή). Εκείνη είναι ο λόγος που ξεφεύγω από την περπατημένη του ιστολογίου μου και ρέπω με αυτή μου την ανάρτηση στον λαϊκισμό. Γιατί κανένας δεν σου δίνει το δικαίωμα να στερήσεις από μια μάνα το παιδί της.
Με τι καρδιά συνεχίζει αυτή η μάνα τη ζωή της; Υποτίθεται οι ένοχοι βρέθηκαν, η υπόθεση έκλεισε. Έκλεισε όμως στ' αλήθεια; Όταν οι ηθικοί αυτουργοί έχουν ακόμη στόμα, το οποίο ακόμη ανοίγουν με θράσος, έχει πράγματι κλείσει η υπόθεση; Ρωτάει κανείς πώς νιώθει που η δολοφονία του παιδιού της αποτελεί απλά και μόνο αντικείμενο έριδας μεταξύ πολιτικών κομμάτων; Φαίνεται πως γρήγορα ξέχασαν όλοι ότι σε μια δολοφονία αντικείμενο του εγκλήματος είναι ένα ανθρώπινο θύμα. Ο αδικοχαμένος, αυτός, άνθρωπος έγινε εξιλαστήριο θύμα στο βωμό τόσο των δολοφόνων του, όσο και των υπερασπιστών του. Ακόμη και τώρα, παρόλο που έχουν ήδη χαθεί ανθρώπινες ζωές, μοναδική τους έγνοια είναι να επιρρίψουν ευθύνες οι μεν στους δε αντί να ενωθούν ενάντια στην κοινή απειλή.
Και μετά ξεχάστηκε.. Όσο ξαφνικά μπήκε στην καθημερινότητα μας, έτσι ξαφνικά χάθηκε. Το πρόβλημα δεν είναι ότι ξεχάστηκε απ' το λαό, μα πως ξεχάστηκε από εκείνους που οφείλουν να τον δικαιώσουν. Τους ίδιους που σαν αρπακτικά προσπαθούν να καπηλευτούν το πτώμα του για ίδια συμφέροντα. Για εκείνους που έπρεπε να τον θυμούνται, έγινε ακόμη ένα νούμερο στη λίστα παραπλεύρων απωλειών πολιτικών παιχνιδιών.
Και αυτή είναι η τραγικότερη πλευρά της δολοφονίας του Παύλου Φύσσα.
Δε θα δακρύσω μια και δε θα φοβηθώ.
Δε θα αφήσω να μου κλέψουν τα όνειρα μου,
ελεύθερα, ψηλά, πολύ ψηλά πετώ
κι όλοι ζηλεύουν τα περήφανα κι αδέσμευτα φτερά μου.
Και περιμένω κι άλλα αδέρφια για να 'ρθουν
σ' αυτήν την κορυφή που όλους περιμένει,
αρκεί να μη δακρύσουν και να μη φοβηθούν
σ' αυτήν την έξυπνη απάτη, την καλοστημένη.
Για όσους με πρόδωσαν με πίσω μαχαιριές, θέλω να ξέρουν ότι
σιγά μην κλάψω.
Και για αυτές τις αγάπες τις παλιές, θέλω να ξέρουν ότι
σιγά μην κλάψω.
Κι όσοι μ' απείλησαν με πύρινα δεσμά, θέλω να ξέρουν ότι
σιγά μη φοβηθώ.
Να'ρθούνε να με βρουν στην κορυφή ψηλά, τους περιμένω και
σιγά μη φοβηθώ.