Τὸ ξέρω πὼς καθένας μοναχὸς πορεύεται στὸν ἔρωτα, μοναχὸς στὴ δόξα καὶ στὸ θάνατο.
Τὸ ξέρω. Τὸ δοκίμασα. Δὲν ὠφελεῖ. Ἄφησέ με νἄρθω μαζί σου ~ Η Σονάτα του Σεληνόφωτος

Lisa

Δεν ζω ούτε στο παρελθόν μου, ούτε στο μέλλον μου. Έχω μόνο το παρόν, αυτό με ενδιαφέρει. Αν μπορείς να μένεις πάντα στο παρόν θα είσαι ένας ευτυχισμένος άνθρωπος, γιατί είναι πάντα και μόνο η στιγμή που ζούμε. ~ Paulo Coelho

Παρασκευή, 19 Σεπτεμβρίου 2014

Reality Check

Παρασκευή, 19 Σεπτεμβρίου 2014



Σήμερα είδα δύο νεαρά αγόρια -τουρίστες- να περπατούν στο κέντρο της πόλης μου, κρατημένοι χέρι-χέρι.. Απ' τη μια, χάρηκα πολύ που τους είδα τόσο απελευθερωμένους να χαίρονται τον έρωτα τους σε μια μικρή -συντηρητική- πόλη σαν τη δική μου. Από την άλλη, δεν μπόρεσα παρά να αναρωτηθώ αν έχουν την τύχη να προέρχονται μια κοινωνία προοδευτική, ανεκτική(στη διαφορετικότητα) και απελευθερωμένη τόσο που νιώθουν ασφαλείς να απολαμβάνουν το δικαίωμα τους αυτό παντού με την ίδια ελευθερία που τους παρέχει το υγιές περιβάλλον στο οποίο ζουν ή την ατυχία να προέρχονται από μια κοινωνία σεξιστών που τους αναγκάζει να καταφύγουν σε χώρα του εξωτερικού ώστε να μπορέσουν να εκφραστούν με όποιο τρόπο επιθυμούν. 
Θέλω να πιστεύω ότι ισχύει το πρώτο.

Κοιτάζω στον καθρέφτη...

Μια ανάρτηση που αγάπησα, από ένα λατρεμένο ιστολόγιο:


Κοιτάζω τον εαυτό μου στον καθρέφτη και δε βλέπω τίποτα.Μόνο σκοτάδι.Το σκοτάδι που έχω μέσα μου. Αλλά το αγαπώ, γιατί αυτό είμαι εγώ.

Πηγή: Fallen Angels

Girl Troubles

EDITORIAL

Διάβαζα τις προάλλες εξομολογήσεις στο lifo κι έπεσε το μάτι μου στην παρακάτω:

ο φιλος μου
ντρεπεται να παει να μου παρει σερβιετες οταν τις χρειαζομαι εκτακτως.και δεν του λεω καν να παει στο σουπερ μαρκετ, αλλα στο τοπικο ψιλικατζιδικο και ασ μ φερει ο,τι σερβιετα ναναι.να σημειωσω οτι ειμαστε πολλα χρονια μαζι και εχουμε περασει πολλα.κ λεω, αν αυριο μεθαυριο συγκατοικησουμε κ στην αναγκη χρειαζομαι επειγοντως σερβιετα τι θα κανει? ουτε τοτε θα παει? μονο εμενα μου φαινεται υπερβολικο ν ντεπεται να αγορασει σερβιετες? εσεις αντρες, δεν θα πηγαινατε? 
Πηγή: www.lifo.gr
Τα σχόλια (απαντήσεις στην εξομολόγηση) ποικίλα και αντικρουόμενα. Προσωπικά δεν ήθελα να πιστέψω ότι ένα τόσο απλό θέμα είναι ακόμη αμφιλεγόμενο εν έτει 2014. Κι όμως, ο σεξισμός και τα κόμπλεξ ήταν ζωγραφισμένα με έντονα χρώματα στα σχόλια όχι μόνο αντρών αλλά -το χειρότερο- και γυναικών. Παρόλο που έχουμε διαβεί από καιρό το κατώφλι του 21ου αιώνα η κοινωνία μας μοιάζει σαν να μην άλλαξε στο ελάχιστο. Μέσα τους είναι ακόμη βαθιά χαραγμένος ο άκρατος συντηρητισμός, φαλλοκρατισμός και πουριτανισμός. Το χειρότερο ότι αυτές οι απόψεις έχουν μεταλαμπαδευτεί στη νέα γενιά που τις ενστερνίστηκε με θέρμη και τις παπαγαλίζει με κάθε ευκαιρία.

Οι περισσότερες γυναίκες, μάλιστα, στην παρούσα εξομολόγηση επικεντρώθηκαν στο λόγο για τον οποίο μπορεί να ξέμεινε από σερβιέτες και γιατί δεν προνόησε -ήμαρτον Θεέ μου- από πριν ώστε να μη βρεθεί σε αυτή τη θέση(χωρίς σερβιέτες δηλαδή). Λες κι η περίοδος είναι άλγεβρα -πάντα τόσο ακριβής!- και δεν σε εκπλήσσει ποτέ. Δεν μπορεί δηλαδή να σου έρθει νωρίτερα, να έχεις μεγαλύτερη αιμορραγία απ' ότι συνήθως ή να μην είσαι σπίτι όταν συμβεί; Δεν μπορεί δηλαδή να νομίζει ότι έχει σερβιέτες και τελικά να είναι μόνο 3-4; Άνθρωποι είμαστε, συμβαίνουν και απρόοπτα. Το λέει και η ίδια η λέξη: Α-ΠΡΟ-ΟΠΤΑ! Δηλαδή δεν μπορούσες να τα προβλέψεις πιο πριν(αλλά, βέβαια, εντελώς τυχαία όλοι ξέρουν να υμνούν το ελληνικό μεγαλείο, ελάχιστοι ξέρουν να χειριστούν ορθά -με ευλάβεια και σεβασμό- την ελληνική γλώσσα.).

Ένα ακόμη θέμα που ανέκυψε ήταν η ντροπή που νιώθει ένας άντρας όταν αγοράζει σερβιέτες σε άμεση αναλογία με το αν οι γυναίκες αγοράζουν προφυλακτικά (και κατά πόσο ντρέπονται εκείνες να αγοράσουν προφυλακτικά). Άκαιρη η σύγκριση (η μόνη εύλογη ομοιότητα είναι ότι όπως ξέρει καλύτερα η γυναίκα τι θέλει να βάλει στο αιδοίο της, έτσι κι ο άντρας ξέρει καλύτερα τι θέλει να βάλει στο πέος του), αν και ήταν μια ευκαιρία να διαπιστώσω γι' ακόμη μια φορά τον σεξισμό που διακατέχει την ελληνική κοινωνία. Κι εκεί πολλές απαντήσεις ήταν εξίσου απογοητευτικές -κυρίως οι γυναικείες ξαναλέγω. Από πού κι ως πού είναι μεμπτό μια γυναίκα να αγοράζει προφυλακτικά; Από πού κι ως πού είναι κατακριτέο μια γυναίκα να απολαμβάνει -ασφαλές- σεξ; Και ποιος είναι εκείνος που έχει το δικαίωμα να ψέγει αυτήν της την επιλογή -τουναντίον, θα έπρεπε να την επαινούν κιόλας που φροντίζει την υγεία της, αντί να βασίζεται στον κάθε άχρηστο νεανία που βαριέται να φορέσει προφυλακτικό.

Επιστρέφοντας, όμως, στο επίμαχο θέμα της περιόδου και της -επονείδιστης σύμφωνα με τις σεξιστικές αντιλήψεις- αγοράς σερβιέτας από τον ΆΝΤΡΑ (Το τονίζω και το "boldάρω" αυτό το τελευταίο γιατί εκεί συνίσταται το πρόβλημα μας, στο ότι η μανούλα του κι η φαλλοκρατική κοινωνία τον έμαθαν από μικρό ότι το έξτρα χρωμόσωμα "y" και εκείνα που κρέμονται ανάμεσα στα πόδια του τού δίνουν μια θέση ισχύος σε κάθε είδους σχέση -οικογενειακή, επαγγελματική, ερωτική- ώστε να είναι ντροπή να εκτελέσει κάποια "γυναικεία" δουλειά -φτου κακά!- γιατί θα τον περάσει η κοινωνία για "λιγότερο άντρα".) σύντροφο της παθούσης. 
Ποιος ο λόγος να ντρέπεται η γυναίκα να ζητήσει μια ανάλογη χάρη από το σύντροφο της; Αυτός δηλαδή δεν ξέρει ότι μια φορά το μήνα έχει περίοδο; Και ποιος ο λόγος να ντραπεί εκείνος όταν αγοράζει σερβιέτες; Ότι θα νομίζει ο κόσμος ότι τις παίρνει για τον εαυτό του; Ότι δηλαδή έχει περίοδο εκείνος; Μήπως σκεφτεί ο ψιλικατζής "αχ τον καημένο του ήρθε περίοδος, κρίμα και προσπαθούσε να κάνει παιδάκι"; Εν τοιαύτη περιπτώσει, πιο σημαντική δεν είναι η άποψη της γυναίκας του (όταν του κάθεται να την πηδήξει είναι καλά, ε;) από τη γνώμη του περιπτερά; Ή μήπως φοβάται ότι αν αγγίξει σερβιέτες θα "κολλήσει" περίοδο; Το να αγοράσει σερβιέτες ένας άντρας δεν σημαίνει τίποτα παραπάνω απ' το ότι έχει μια γυναίκα στη ζωή του, η οποία μάλιστα τον εμπιστεύεται για κάτι τόσο προσωπικό της όσο είναι η περίοδος της. Όταν κάνει παιδί δηλαδή θα ντρέπεται να αγοράσει πάνες και φρουτόκρεμες μην τυχόν και τον περάσουν για πατέρα;
Ντροπή δεν είναι ένας άντρας να αγοράζει, ντροπή είναι να την βλέπει την άλλη να υποφέρει και να την αφήνει να πάει μόνη της να πάρει. Αν είναι δυνατόν στον 21ο αιώνα να θεωρείται taboo η αγορά ενός προϊόντος υγιεινής(γιατί αυτό είναι μια σερβιέτα, τίποτα περισσότερο, τίποτα λιγότερο) για το έτερον σου ήμισυ. Αν δεν μπορεί δηλαδή η κοπέλα σου σε μια δύσκολη στιγμή να στηριχθεί σε σένα, τότε σε ποιον; Και σε τελική ανάλυση, γιατί μόνο σε μια δύσκολη στιγμή; Ένα ζευγάρι που συζεί ή που είναι παντρεμένο κάνει και κοινά ψώνια στο σούπερ μάρκετ. Είναι δηλαδή παράλογο όταν έρθει η σειρά του άντρα να πάρει και σερβιέτες; Ή θα τα πάρει όλα εκτός αυτού και θα πάει μετά η γυναίκα μόνη της να αγοράσει; Αντίστοιχα, βεβαίως, η γυναίκα οφείλει να εξυπηρετήσει τον σύντροφο της στη δική του δύσκολη στιγμή (από ευκοίλια μέχρι κρύωμα). Και όλα αυτά τα λέω σαν γυναίκα που μόνο σε μεγάλη ανάγκη θα ζητούσε από τον φίλο της να πάει για σερβιέτες(όχι από ντροπή ή κάτι εξίσου γελοίο, απλά είμαι πολύ περίεργη με το τι θέλω στην περίοδο μου ☺)
Ξέρετε, όμως, κάτι; Όλους αυτούς του "βαρύμαγκες" εγώ τους χαίρομαι όταν γίνονται πατέρες και τρέχουν απελπισμένοι να βρουν τις σερβιέτες που χρειάζεται η κορούλα τους.


Δεν χρειάζεται να προσθέσω κάτι άλλο. Τα λέει όλα για μένα ο -θεός!- Jensen Ackles στην πιο περιβόητη σκηνή του ως Priestly στην ταινία Ten Inch Hero.


Οφείλω πάντως να παραδεχτώ, μ' ένα τεράστιο ιστολογικό SHOUT-OUT, όλα εκείνα τα παλικάρια που απάντησαν στα σχόλια ότι ναι, αγοράζουν σερβιέτες για την κοπέλα τους όταν χρειάζεται.

Και κάτι τελευταίο. Απευθύνομαι σε όλους εσάς τους δεσμευμένους άντρες. 
Το ξέρετε ότι αν μας καλοπιάσετε λίγο "εκείνες τις μέρες του μήνα" και πάτε με τα νερά μας θα γλιτώσετε πολλή γκρίνια; Ή ότι -ακόμη καλύτερα- θα σας το ανταποδώσουμε μόλις περάσουν "εκείνες οι μέρες του μήνα"; Δεν χρειάζεται κάτι σπουδαίο: μια αγκαλιά, ένας καλός λόγος, δείτε μαζί μας μια δακρύβρεχτη ταινία(κι ας βαριέστε του θανατά!), κάντε και λίγο τα στραβά μάτια στα νευράκια που μας διακατέχουν... Θέλετε κάτι πιο αποτελεσματικό; Κάντε μας μια μικρή έκπληξη. Για παράδειγμα, ένα "κουτί επιβίωσης περιόδου"(ένα κουτί -το περιεχόμενο το διαλέγετε εσείς- με σερβιέτες, σοκολάτες, χαρτομάντηλα και υγρά μαντηλάκια, ένα λούτρινο, ίσως, ή τη δακρύβρεχτη ταινία που λέγαμε κ.ο.κ). Το πιθανότερο είναι να βάλουμε να κλάματα γιατί είμαστε και ευσυγκίνητες "εκείνες τις μέρες", αλλά θα το εκτιμήσουμε πολύ.
Υ.Γ. Ναι, υπάρχουν και αχάριστες γαϊδάρες που τα θέλουν όλα δικά τους και δεν εκτιμούν ούτε αυτά. Όλες εμείς οι υπόλοιπες ζητάμε εκ μέρους τους συγγνώμη που μας χαλάν την πιάτσα.
Υ.Γ.2 Συγγνώμη για όλα αυτά τα άσχημα που σας λέμε όταν έχουμε τα νεύρα μας. 
Να μας αγαπάτε ρε σεις κι ας σας τα κάνουμε τσουρέκια κάποιες φορές.

Πέμπτη, 18 Σεπτεμβρίου 2014

ΤΟ ΤΕΛΕΣΙΓΡΑΦΟ

Σε αυτή μου την ανάρτηση-αναδημοσίευση θα ήθελα να αφιερώσω ένα κομμάτι του δικού μου ιστολογίου στο ταλέντο μια άλλης μπλόγκερ, της Kate'sCakeBox, όπως μας έχει συστηθεί διαδικτυακά. Το συγκεκριμένο της ποίημα με μάγεψε τόσο -ήταν βαθείς και ακαταμάχητα σκοτεινοί οι στίχοι του- που δεν μπόρεσα να αντισταθώ -ήθελα τόσο πολύ να το μοιραστώ μαζί σας. Απολαύστε το:

ΤΟ ΤΕΛΕΣΙΓΡΑΦΟ


Μια θλιμμένη πριγκίπισσα θρηνεί τη χαμένη της αθωότητα..
Είναι που η πόλη της βιάστηκε από τους κατακτητές..
Μια πρώιμη ωριμότητα αργοκαίει στο στέρνο της.
Η καταχνιά της διαφθοράς των αξιών
σε μια πέτρινη πόλη
που παλεύει με το δήθεν και το μαύρο..

Ο βασιλιάς στο θρόνο του παγιδεύει τους αυλικούς του
σ' ένα ταμπλό βιβάν..
Καμία κίνηση μέσα στη νύχτα..
Μόνο η πανσέληνος αποχωρεί
παλεύοντας με τ΄αρπακτικά.
Οι υποτακτικοί στους ρόλους τους
ψάχνουν για αιτίες παραμονής στο απόλυτο μηδέν.
Υπνωτίζονται μπροστά στο συμφέρον..
Εξορκίζουν τη δύση των συνειδήσεων
βουλιάζοντας στο βυθό της ανυπαρξίας..

Η πριγκίπισσα σε κατάρρευση
αποχωρεί κι αυτή παίρνοντας μαζί της
τα λευκά περιστέρια της εγκαρτέρησης..
Ο βασιλιάς αναπαύεται στο θρόνο του
με τους αυλικούς του σε νάρκη αδιαφορίας.
Σιωπή..
Θρήνος..
Θλιβερή επανάληψη της ιστορίας.
Η πριγκίπισσα επανέρχεται αξημέρωτα
στο κάστρο της καταχνιάς
ντυμένη στα πέπλα του παραλόγου..
Παραδομένη σε ψυχική άμβλωση
ψυθιρίζει κάποιες λέξεις
παίζοντας με τις σκιες. 

Ένας άνεμος φονιάς διακόπτει τη σιωπή..
Οι υποτακτικοί δηλώνουν απόντες.
Ούτε λόγος για επαγρύπνηση.
Κι ο βασιλιάς ανασαίνει αποκαίδια.
Σκοτάδι.
Πάλι. 
Χωρίς αναμονή φωτός.
Πορεία χωρίς βήματα.
Κ ι ένα τελεσίγραφο ψάχνει τους παραλήπτες του.(By Kate)


Πηγή: Kate's CakeBox

UPDATE:

Πέμπτη, 18 Σεπτεμβρίου 2014
21:54


Καθώς γράφω αυτές τις γραμμές, ο γάτος μου ονειρεύεται ότι θηλάζει!
Παρόλο που είναι 12μιση χρονών, κάποιες στιγμές ακόμη συμπεριφέρεται σαν μωράκι!
Ο γλυκούλης μου!

18 Σεπτεμβρίου 2013 κι όλο και κάτι θα γράψει η ιστορία...

18 Σεπτεμβριου 2013. Κερατσίνι, Αμφιάλη. 
Ένας νεαρός άντρας δολοφονείται εν ψυχρώ από μέλη της ΧΑ.

«Κατ’ αρχάς, να ξεκαθαρίσουμε ότι ο Παύλος ούτε ‘‘έφυγε’’, ούτε ‘‘πέθανε’’, ούτε ‘‘χάθηκε’’ - δολοφονήθηκε. Και δε δολοφονήθηκε ούτε γιατί επιτέθηκε σε κανένα, ούτε γιατί έκλεβε. Ούτε κλεφτοκοτάς ήταν ο Παύλος, ούτε εγκληματίας. Δολοφονήθηκε γιατί μέσα από τα τραγούδια και τη γενικότερη στάση ζωής του εξέφραζε ελεύθερα απόψεις που δεν ‘‘άρεσαν’’ στους νεοναζί της Χρυσής Αυγής που είχαν αρχίσει να επεκτείνονται επικίνδυνα στις γειτονιές του Παύλου. Έτσι, στη μάχη για την ‘‘πολιτισμική ηγεμονία’’ - που θα ’λεγε και ο Γκράμσι - στις γειτονιές του Πειραιά, ο Παύλος και η Χρυσή Αυγή εξέφραζαν δυο διαφορετικούς ιδεολογικούς κόσμους: οι Χρυσαυγίτες αυτόν του μίσους, της δήθεν φυλετικής καθαρότητας, και της θρασυδειλίας, και ο Παύλος αυτόν της λεβεντιάς και της ανθρωπιάς. Γι’ αυτό και –απ’ ότι τουλάχιστον φάνηκε από τις καταθέσεις που είδαν το φως της δημοσιότητας- τον είχαν στη ‘‘μαύρη λίστα’’» Το παραπάνω απόσπασμα είναι από το άρθρο που έγραψαν οι Social Waste, το συγκρότημα χιπ χοπ που συνυπήρξε καλλιτεχνικά με τον Παύλο. Έκαναν μαζί τραγούδια, συναυλίες, και παρέα.

Δεν έχει σημασία αν ήταν φασίστας ή αντιφασίστας, πλούσιος ή φτωχός, μαύρος ή λευκός, όμορφος ή άσχημος, θεοσεβούμενος ή άθεος. Σημασία έχει ότι ήταν άνθρωπος, ότι κι αυτόν τον γέννησε μια μάνα(ο πόνος της οποίας έφερε δάκρυα στα μάτια όλων μας). Ότι κι αυτός είχε μια ζωή, ανθρώπους στους οποίους λείπει, ότι άφησε κάπου ένα κενό πίσω του. Ότι η ζωή του αποσπάστηκε από εκείνον δια της βίας. Ότι κανένας δεν έχει το δικαίωμα να το παίζει Θεός και να αφαιρεί μια ανθρώπινη ζωή.

Προσωπικά, αν με ρωτήσετε, θα σας απαντήσω ότι ο Παύλος Φύσσας έγινε σπουδαίος αντιφασίστας και ήρωας με το θάνατο του. Ότι, ίσως, ως αγωνιστής υπερτιμήθηκε εξαιτίας της δολοφονίας του(ή αν μου επιτρέψετε να το θέσω λίγο πιο άκομψα "τον έκαναν οι φασίστες ήρωα δολοφονώντας τον"). Αυτό, ωστόσο, δεν αναιρεί τον τραγικό χαμό του. Δεν αναιρεί τον παράνομο χαρακτήρα της πράξης, ούτε το αποτρόπαιο κίνητρο. Το εν ψυχρώ έγκλημα παραμένει ειδεχθές.



Εγώ τη μητέρα του σκέφτομαι. Γι' αυτή τη μάνα γράφω(και για κάθε μάνα που έρχεται αντιμέτωπη με μια τραγωδία σαν αυτή). Εκείνη είναι ο λόγος που ξεφεύγω από την περπατημένη του ιστολογίου μου και ρέπω με αυτή μου την ανάρτηση στον λαϊκισμό. Γιατί κανένας δεν σου δίνει το δικαίωμα να στερήσεις από μια μάνα το παιδί της. 

Με τι καρδιά συνεχίζει αυτή η μάνα τη ζωή της; Υποτίθεται οι ένοχοι βρέθηκαν, η υπόθεση έκλεισε. Έκλεισε όμως στ' αλήθεια; Όταν οι ηθικοί αυτουργοί έχουν ακόμη στόμα, το οποίο ακόμη ανοίγουν με θράσος, έχει πράγματι κλείσει η υπόθεση; Ρωτάει κανείς πώς νιώθει που η δολοφονία του παιδιού της αποτελεί απλά και μόνο αντικείμενο έριδας μεταξύ πολιτικών κομμάτων; Φαίνεται πως γρήγορα ξέχασαν όλοι ότι σε μια δολοφονία αντικείμενο του εγκλήματος είναι ένα ανθρώπινο θύμα. Ο αδικοχαμένος, αυτός, άνθρωπος έγινε εξιλαστήριο θύμα στο βωμό τόσο των δολοφόνων του, όσο και των υπερασπιστών του. Ακόμη και τώρα, παρόλο που έχουν ήδη χαθεί ανθρώπινες ζωές, μοναδική τους έγνοια είναι να επιρρίψουν ευθύνες οι μεν στους δε αντί να ενωθούν ενάντια στην κοινή απειλή.
Και μετά ξεχάστηκε.. Όσο ξαφνικά μπήκε στην καθημερινότητα μας, έτσι ξαφνικά χάθηκε. Το πρόβλημα δεν είναι ότι ξεχάστηκε απ' το λαό, μα πως ξεχάστηκε από εκείνους που οφείλουν να τον δικαιώσουν. Τους ίδιους που σαν αρπακτικά προσπαθούν να καπηλευτούν το πτώμα του για ίδια συμφέροντα. Για εκείνους που έπρεπε να τον θυμούνται, έγινε ακόμη ένα νούμερο στη λίστα παραπλεύρων απωλειών πολιτικών παιχνιδιών. 
Και αυτή είναι η τραγικότερη πλευρά της δολοφονίας του Παύλου Φύσσα. 

Δε θα δακρύσω μια και δε θα φοβηθώ.
Δε θα αφήσω να μου κλέψουν τα όνειρα μου,
ελεύθερα, ψηλά, πολύ ψηλά πετώ
κι όλοι ζηλεύουν τα περήφανα κι αδέσμευτα φτερά μου.
Και περιμένω κι άλλα αδέρφια για να 'ρθουν
σ' αυτήν την κορυφή που όλους περιμένει,
αρκεί να μη δακρύσουν και να μη φοβηθούν
σ' αυτήν την έξυπνη απάτη, την καλοστημένη.


Για όσους με πρόδωσαν με πίσω μαχαιριές, θέλω να ξέρουν ότι
σιγά μην κλάψω.
Και για αυτές τις αγάπες τις παλιές, θέλω να ξέρουν ότι
σιγά μην κλάψω.
Κι όσοι μ' απείλησαν με πύρινα δεσμά, θέλω να ξέρουν ότι
σιγά μη φοβηθώ.
Να'ρθούνε να με βρουν στην κορυφή ψηλά, τους περιμένω και 
σιγά μη φοβηθώ.

Κυριακή, 14 Σεπτεμβρίου 2014

And if I'm flying solo, at least I'm flying free...

EDITORIAL

Αποφάσισα να κάνω ένα μικρό διάλειμμα για να μοιραστώ μαζί σας αυτό το τραγούδι και αυτή την ανάρτηση που τα λέει όλα. Να είστε σίγουροι πως, αν όχι σήμερα, από βδομάδα θα απαντήσω σε όλα τα υπέροχα σχόλια σας.
(Δεν σας ξεχνάω ποτέ!)

Όπως, ίσως, θα έχετε μαντέψει, ο λόγος που απομακρύνθηκα λιγάκι από το ιστολόγιο μου τις τελευταίες μέρες είναι ότι άρχισα ξανά το διάβασμα για τις κατατακτήριες. Τον Δεκέμβριο δίνω εξετάσεις για δεύτερη φορά, έτσι αποφάσισα κι εγώ σιγά-σιγά να πιάσω τα βιβλία πάλι. 


Αυτή η φορά, ωστόσο, είναι αλλιώτικη... Δεν ξέρω πώς και γιατί, αλλά νιώθω διαφορετικά. Από πολλές απόψεις. Καταρχήν, είμαι πιο αποφασισμένη (motivated και driven ήταν οι λέξεις που είχα στο μυαλό μου, αλλά δεν μπόρεσα να βρω ικανοποιητική μετάφραση). Πιο σίγουρη και αμετακίνητη. Το κυριότερο, ωστόσο, είναι πως -για κάποιο ανεξήγητο λόγο- νιώθω πιο απελευθερωμένη.

Something has changed within me
Something is not the same
I'm through with playing by the rules
Of someone else's game

Όσο κι αν με απομονώνει αυτή η προσπάθεια, δεν μετανιώνω τίποτα. Ίσα-ίσα.. Μπορώ να πω πως από μία άποψη το χαίρομαι κιόλας. Γιατί βαδίζω στο κατα-δικο μου μονοπάτι. Γιατί επιτέλους κάνω κάτι για τον εαυτό μου ΚΑΙ ΜΟΝΟ. Και στο δικό μου το δρόμο δεν θέλω μέσα κανέναν. Μην με παρεξηγείτε, τους θέλω όλους όσους αγαπώ και νοιάζομαι κοντά μου, αλλά αυτή η διαδρομή έχει χαραχθεί μονάχα για μένα. Όπως κι εγώ δεν βαδίζω μέσα στο δικό τους μονοπάτι, αλλά παράλληλα.

Too late for second-guessing
Too late to go back to sleep
It's time to trust my instincts
Close my eyes and leap!

Σκέφτομαι τον φόβο που με κατέκλυσε πέρσι τον Ιανουάριο, όταν άλλαξε ο κανονισμός και βρέθηκα ξαφνικά στα βαθιά έχοντας μονάχα ένα -και κάτι- μήνα να κατορθώσω το ακατόρθωτο. Και ναι, ίσως να μην τα κατάφερα να περάσω, κατάφερα όμως να πάω να δώσω με αξιοπρέπεια. Αυτό σκέφτομαι όταν αγχώνομαι ή όταν με κουράζει όλο αυτό. Την τεράστια πορεία από το σημείο που ξεκίνησα πέρσι μέχρι το σημείο που βρίσκομαι τώρα. Έτσι, συνεχίζω την προσπάθεια, ακολουθώ τα ένστικτα, μα πάνω απ' όλα τα ΌΝΕΙΡΑ μου και ορμώ στον αγώνα δυναμικά. Και θα συνεχίσω για όσες ακόμη φορές χρειαστεί -μέχρι να επιτύχω τον στόχο μου ή απλώς να αλλάξω σχέδια.

It's time to try
Defying gravity
I think I'll try
Defying gravity
And you can't pull me down!

Πολλοί αναρωτιούνται γιατί το κάνω αυτό, γιατί μπαίνω σ' αυτή τη διαδικασία και γιατί επιμένω τόσο. Δεν μπορώ να βρω κάποια δικαιολογία που να ικανοποιεί τη δική τους λογική. Πώς εξηγείς κάτι τόσο αφηρημένο; Άλλοι νομίζουν ότι έχουν τις απαντήσεις. Πιο έξω δε θα μπορούσαν να έχουν πέσει. Επέλεξαν στη λογική τους όλους τους λάθος λόγους, που ουδεμία σχέση έχουν τη δική μου αλήθεια.
Κάποιοι δεν έχουν καταλάβει ακόμη ότι το κάνω για ΜΕΝΑ.

I'm through accepting limits
'cause someone says they're so
Some things I cannot change
But till I try, I'll never know!



Όπως είδατε, επέλεξα να συνοδεύσω την ανάρτηση μου με στίχους ενός από τα αγαπημένα μου τραγούδια, του Defying Gravity από το musical Wicked -το πράσινο χρώμα συμβολίζει την επιδερμίδα και -κυρίως- την διαφορετικότητα της πολυαγαπημένης Elphaba, πρωταγωνίστριας του musical. Επέλεξα να συνδυάσω την προσπάθεια μου με αυτό λόγω του νοήματος των στίχων. Επειδή μου θυμίζει αρκετά εμένα (σε πολλά θέματα) και το γεγονός ότι αποφάσισα να αψηφήσω κι εγώ τη βαρύτητα, κυνηγώντας το αδύνατο (που στο χέρι μου είναι να γίνει δυνατόν). Επειδή με αυτό συνοδεύω το διάβασμά μου.

As someone told me lately:
"Everyone deserves the chance to fly!

Αυτό το τραγούδι μου υπενθυμίζει γιατί τα κάνω όλα αυτά...

Τετάρτη, 10 Σεπτεμβρίου 2014

Εξομολογήσεις Αγνώστων III

...Μαμά, ακρίδα! 
11.5.2014

Σεπτέμβριος του 2012... βράδυ, δεν θυμάμαι ημερομηνία, θυμάμαι μόνο ότι είχε πολλή ζέστη... Η μάνα μου μετρούσε μέρες ζωής, το βλέπαμε, το ξέραμε... Είχε μείνει μια σταλίτσα, δεν έτρωγε σχεδόν τίποτα, αδύναμη, την σηκώναμε σχεδόν αγκαλιά κι έκανε λίγα βήματα μόνο με τη βοήθειά μας. Τα περισσότερα βράδια κοιμόμουν δίπλα της... στον έναν καναπέ η μάνα μου, στον άλλο εγώ... Έτσι κι εκείνο το βράδυ. Εγώ χάζευα τηλεόραση, έκανα ότι διάβαζα το ''Τελευταίο τσιγάρο'' της Μαντά (που δεν μπόρεσα ποτέ να το διαβάσω, γιατί το έχω συνδυάσει με εκείνες τις νύχτες μας), χαζοκοιμόμασταν, μιλούσαμε, κουτσομπολεύαμε, έδινε θάρρος η μία στην άλλη... 
Η μπαλκονόπορτα ανοιχτή... Ξαφνικά βλέπω να προσγειώνεται στην οθόνη της τηλεόρασης μια ακρίδα! Αντιμέτωπη με το θάνατο της μάνας μου, το πάλευε η ψυχούλα μου, αντιμέτωπη με την ακρίδα, με τίποτα! Πόσο γελοίο, ε; 
Ανεβαίνω πάνω στον καναπέ και κρατάω για όπλο το συγγραφικό έργο της Μαντά. Φωνάζω ''μαμά, ακρίδα!!!'' Γυρνάει, βλέπει την ακρίδα, σηκώνεται (!!!), παίρνει μια πετσετούλα που είχα πάντα δίπλα της, πάει στην τηλεόραση, πιάνει την ακρίδα, βγαίνει στο μπαλκόνι και την πετάει!!!! Ξαναξαπλώνει, λέγοντας ''αμάν, ρε Κατερίνα! Αρκούδες δεν φοβάσαι, ακρίδες φοβάσαι''! Κι εγώ μένω εκεί, άγαλμα, νομίζω ότι έχω περάσει σε άλλη διάσταση, περιμένω μόνο πια να ξημερώσει, για να πάρω την αδελφή μου και να της πω: ''Η μαμά μάς κοροϊδεύει. Είναι καλά και κάνει την άρρωστη''! 
Ναι, οι μάνες, τα μπορούν όλα για τα παιδιά τους! Όλα! 
''Να τις αγαπάτε τις μάνες σας ρε'', σας φωνάζουμε όσοι δεν τις έχουμε πια, αλλά έχουμε όλοι μας τόσες πολλές υπέροχες καθημερινές ιστορίες αγάπης να διηγηθούμε από τις μάνες μας... 
Ξημερώνει η Γιορτή της Μητέρας, έρχεται καλοκαίρι, τα φυτά στα μπαλκόνια μου μεγαλώνουν, οι μπαλκονόπορτες θα μένουν σε λίγο ανοιχτές και οι ακρίδες θα βρίσκουν περάσματα για το σπίτι μου... 
Πηγή:www.lifo.gr

Εξομολογήσεις Αγνώστων ♊

Ε χοντρή!


Ένα επίθετο συνυφασμένο του ονόματος μου. Γύρω στα 15 χρόνια λοιπόν να με ακολουθεί ... σε κάθε βήμα... σε κάθε πόλη...σε κάθε παρέα...σε κάθε κουβέντα.. ακόμη και σε κάθε τυχαίο βλέμμα. Ένα επίθετο, ταυτότητα.Ένα επίθετο ,όνομα. Ένα επίθετο, ταμπέλα. «Μωρη χοντρή!» ,«ποιά λες ; εκείνη την χοντρή απέναντι;» , «που να χάθηκε η τάδε; εκείνη μωρέ η χοντρή απο το Α1» . Για κάποιους ήταν απλώς ένα δευτερόλεπτο της ζωής του αυτή η φράση ,για μένα όμως όλη η μέχρι τώρα ζωή μου. 
Απο το δημοτικό λοιπόν ενώ ήμουν ένα πανευτυχές κορίτσι ,που πάντα με θυμάμαι να θέλω να δίνω στους ανθρώπους ,ακόμη και να θυσιάζομαι ή να τους υπερασπίζομαι ,όπως για παράδειγμα τις τόσες φορές που πήρα όλη την ευθύνη πάνω μου για κάποια σκανταλιά που δεν είχα κάνει ,για να σωθούν οι φίλοι μου και άλλα τόσα. Ένα τέτοιο παιδί λοιπόν , χαρούμενο και γελαστό που όμως φοβόταν συνεχώς. Φοβόμουν μήπως η παρέα των παιδιών απέναντι έρθει να με χτυπήσει και να φωνάξουν όλοι σύσσωμοι το όνομα κάποιου ζώου ,όπως βόδι ,αγελάδα κλπ. Φοβόμουν στα βλέμματα των περαστικών καθώς με κοιτούσαν ,μήπως σκεφτόντουσαν το πάχος μου. Φοβόμουν να βρεθώ ανάμεσα σε πολύ κόσμο ,να κινηθώ και να τρέξω (που πάντα έτρεχα πιο γρήγορα και απο τους πιο λεπτούς στην τάξη) ,φοβόμουν να κάνω κατακόρυφο στα διαλείμματα μήπως και με κοροιδέψουν ή τραβήξω την προσοχή (που το κατάφερνα ,κρυφά , όταν δεν με έβλεπε κανείς ) ,φοβόμουν να φάω δημόσια και κρυβόμουν στις τουαλέτες κλπ. Ήμουν πολύ ζωηρό και καλό παιδί και εύκολος στόχος να βρίσει κανείς. 
Κάθε μέρα στο σχολείο τα ίδια. Κάθε μέρα ξύλο απο τους συμμαθητές επειδή ήμουν «Η χοντρή» . Κάθε μέρα μου πετούσαν τα πράγματα απο το μπαλκόνι.Με ρίχναν απο τις σκάλες.Μου βάζαν χώματα και σκουλήκια στην τσάντα. Με κλωτσούσαν στο πρόσωπο. Και φυσικά αντιδρούσα και χτύπαγα και γω ,αλλά δεν έφτανε αυτό. Μαζευόταν όλη η τάξη απο πάνω μου. Επειδή ήμουν η χοντρή. Ζούσα στην απομόνωση και στον φόβο.Γυρνούσα σπίτι και έκλαιγα. Έπαιρνα αγκαλιά την μαμά και της έλεγα πόσο άσχημα νιώθω. Της έλεγα οτι εγώ τα αγαπάω τα παιδιά αλλά εκείνα δε με θέλουν. Της έλεγα πως είμαι κακιά ,πως είμαι χοντρή και κανείς δεν με αγαπά. Πως δεν αξίζω.Ακόμη και τώρα που τα γράφω αυτά ,δεν μπορώ να συγκρατήσω τα δάκρυα μου. Ήμουν πάντα διαφορετική ,πάντα κάτι άλλο απο τους υπόλοιπους. Τα απογεύματα που έβγαινα απο το σπίτι και πήγαινα στην πλατεία να παίξω ,ήμουν μόνη. Θυμάμαι όμως περιόδους που είχα φίλους στο παιχνίδι. Αλλά ακόμη και γι αυτούς ήμουν «η χοντρή». Ακόμη κ γι αυτούς δεν είχα όνομα ,αλλά ιδιότητα. Αυτά τα χρόνια πέρασαν βασανιστικά. 
Όταν τελείωσα το δημοτικό είχα μέσα μου πολύ μίσος και οργή και ευχόμουν να καεί. Γύρω στα 11 που πάτησα το πόδι μου στο γυμνάσιο και άρχισα να καταλαβαίνω πως είμαι κορίτσι (στήθος , περίοδος, καμπύλες) ήθελα να είμαι όμορφη. Και κει όμως ,το επίθετο αυτό με ακολουθούσε. Μέχρι και εγώ με κορόιδευα που τόλμησα να ερωτευτώ. Εγώ ;; Πως μπορώ εγώ ,ένα πλάσμα σαν εμένα , να ερωτευτεί; Και άρχισα να με τιμωρώ. Να χαρακώνομαι. Να προσπαθώ να φύγω. Να μην τρώω. ΝΑ ΜΕ ΜΙΣΩ!. Ήμουν 16 χρονών και ήθελα να πεθάνω. 
Κάπου εδώ θέλω να πω κάτι. Υπήρξαν ,και υπάρχουν, πολλοί άνθρωποι που θα σκεφτούν "μα καλά ,γιατί δεν έχανες κιλά ,δεν σε καταλαβαίνω, εσύ φταίς που ένιωθες άσχημα και τους άφηνες να σου φέρονται έτσι" Αυτό θα ίσχυε αν δεν είχα μεγαλώσει έτσι. Θα ίσχυε αν τώρα κάποιος τολμούσε να με πληγώσει, έχοντας όμως μεγαλώσει έτσι με ήδη τις άμυνες χτυπημένες, δεν υπήρχε άλλος δρόμος. 
Κλεινόμουν λοιπόν στον εαυτό μου ,με κατηγορούσα για τα πάντα ,με σημάδευα ,με θεωρούσα απο χέρι χαμένη. Πίεζα τους γονείς να με πάνε σε διαιτολόγο ,αλλά φυσικά "δεν έχουμε λεφτά" ενώ για παγωτά και ρούχα έχουμε.Οι καθημερινές βρισιές στον δρόμο δεν έπαυαν , τα κωλόπαιδα στην τάξη υπήρχαν σε κάθε χρονιά να μου θυμίζουν πόσο άξια χλευασμού ήμουν , ακόμη και οι μεγάλοι να λένε τα ίδια . Θυμάμαι μια καθηγήτρια να λέει επειδή έκατσα μπροστά στην πόρτα για λίγο "μη προσπαθείς με τον όγκο σου να μου κλείσεις την πόρτα" . Ή να ακούω πάλι απο μεγάλους "έλα μωρέ και λίγο περπάτημα δε θα σου κάνει τίποτε" (κ ας ήταν αυτή η απόσταση εκ των πραγμάτων τεράστια) ,ή "κάτσε μωρέ και λίγο όρθια ,δεν παθαίνεις τπτ εσύ" Βέβαια. Εγώ δεν παθαίνω. Γιατί εγώ δεν είμαι άνθρωπος.Είμαι η Χοντρή. Και οι χοντροί είναι ανθεκτικοί. Άν τους χτυπήσεις δεν πονούν. Άν τους βρίσεις δεν ακούν. Άν τους πληγώσεις δεν θα νοιαστούν. Έχουν τόνους λίπους να αμυνθούν, σωστά; 
Ας μη λέω πολλά. Έφτασα στα 16 να κάνω απίστευτα αυστηρή δίαιτα με 3 μήλα την ημέρα. Μετά να τρέχω σε διαιτολόγους ,να μην μπορώ να ηρεμήσω, να παίρνω αντικαταθλιπτικά . Και όλα αυτά γιατί κάποιος με έμαθε να είμαι η χοντρή. Γιατί τόλμησα να είμαι διαφορετική. Γιατί είναι κακό να είσαι διαφορετικός. Να είσαι γκει ,μαύρος, χοντρός, με σύνδρομο ντάουν, καλλιτέχνης ή κακός μαθητής. 
Τώρα στα 18 , έχοντας φυσιολογικά για εκείνους κιλά ,είμαι μια "περιζήτητη" . Είμαι απο εκείνες που κορνάρουν στον δρόμο. Απο εκείνες που έβλεπα να θέλουν κάποτε τα αγόρια που μου άρεσαν. Τώρα φοβάμαι να περάσω μπροστά απο κάποια παρέα ,μη μου πουν "Ε κοπελια! Έλα εδώ..." ,τα αμάξια που περνούν δίπλα μου μη φωνάξουν "Καύλα!!" και τραβήξω πάλι την προσοχή. Τώρα λοιπόν κατάλαβα πως είτε κιλά έχεις, είτε είσαι γυναίκα , είτε είσαι γκει,είτε είσαι μαύρος είσαι όλα αυτά που εκείνοι δεν τολμούν και φοβούνται να είναι. Εκείνα που οι αρρώστιες των άλλων προβάλλονται πάνω. Είσαι η ομορφιά του κόσμου και εκείνη η μιζέρια του. 
Εγώ εσάς αγαπώ και εγώ εσάς θέλω στην ζωή μου. Εσάς τους διαφορετικούς που διαβάζετε αυτήν την στιγμή και με νιώθετε. Εσάς αγαπώ και σας εύχομαι ολόψυχα να είστε δυνατοί και αληθινοί. 
Η χοντρή.

Πηγή: www.lifo.gr

...και θέλουμε...και μπορούμε...

Το φθινόπωρο του 2013, η Νεολαία Εθελοντισμού και Ανάπτυξης Καβάλας, ξεκίνησε τη δράση «Collect to Effect», 2 τόνοι πλαστικά καπάκια= 1 αναπηρικό αμαξίδιο κι έτσι έγινε ευρέως γνωστή. Εκείνη την περίοδο, επικοινώνησε μαζί μας η κυρία Στέλλα Ρουκά, Καβαλιώτισσα, κάτοικος Γερμανίας, δικηγόρος στο επάγγελμα. Μας πληροφόρησε πως αν και αρκετά δύσκολο, θα προσπαθούσε να βρει αναπηρικά αμαξίδια από μια εταιρία που προμηθεύει τα γερμανικά ταμεία ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης με συσκευές και υλικά. 


Η ομάδα των εθελοντών ανέλαβε το συντονιστικό ρόλο του ζητήματος. 

Καθόσον η επιλογή ενός ή δύο μόνο ατόμων από το σύνολο των συμπολιτών μας με αντίστοιχες ανάγκες είναι μεγάλη ευθύνη, απευθυνθήκαμε στους τρεις φορείς της Καβάλας που εμπλέκονται άμεσα με τέτοιες περιπτώσεις: Νομαρχιακός Σύλλογος ΑμεΑ Καβάλας, Πρόνοια Δήμου Καβάλας, Γενικό Νοσοκομείο Καβάλας. Έτσι, λαμβάνοντας υπόψη παράγοντες όπως, βαθμό αναπηρίας και οικονομική κατάσταση, καταλήξαμε πολύ σύντομα σε δύο υποψηφίους, οι οποίοι θα είχαν σειρά προτεραιότητας, για τα καροτσάκια, είτε αυτά προέρχονταν από το «Collect to Effect», είτε από την προσπάθεια της κυρίας Ρουκά.


Οι μήνες πέρασαν, από Γερμανία δεν είχαμε νεότερα, οι ελπίδες όμως παρέμεναν ζωντανές. Οι ενημερώσεις στα σχολεία, η διαφήμιση και οι εθελοντές της Ν.Ε.Α.Κ, κατάφεραν να κινητοποιήσουν κόσμο και εκτός Καβάλας για τα καπάκια και το σκοπό της συλλογής τους. Με τον έναν ή τον άλλο τρόπο θα κάναμε το όνειρο ενός 7χρονου παιδιού και μιας 54χρονης κυρίας πραγματικότητα.
Αρχές Απριλίου, επικοινωνεί η κυρία Ρουκά: «Βρήκα τα καροτσάκια! Θα τα στείλω στην Καβάλα μέσα στο Πάσχα με τη μητέρα μου…!». Οι εθελοντές επικοινώνησαν με τις δύο οικογένειες στις οποίες παρέδωσαν τα αμαξίδια παρουσία της μητέρας της Καβαλιώτισσας δικηγόρου.



Δύο άνθρωποι απέκτησαν το αυτονόητο: πρόσβαση στη ζωή!


Ωστόσο, υπάρχουν αρκετοί ακόμη συνάνθρωποί μας που χρειάζονται όχι τη συμπόνια μας, αλλά την ευαισθητοποίησή μας, το «εμένα με νοιάζει!». Ένα πλαστικό καπάκι, κάτι τόσο απλό κι όμως αδιάφορο για πολλούς… Να επισημάνουμε πως, αν όλη η πόλη μάζευε κάθε μέρα τα πλαστικά καπάκια, θα είχαμε τουλάχιστον άλλα τρία καροτσάκια!!!

Όπως αναφέρει και η ίδια κυρία Ρουκά: « Λόγω του επαγγέλματος μου και της πλέον απασχόλησής μου σαν Δικαστικός Συμπαραστάτης γνωρίζω πολλά άτομα, που εργάζονται στον Τομέα Κοινωνικής Πρόνοιας. Έτσι μεσολάβησε μία γερμανίδα φίλη, Κοινωνική Λειτουργός και Φιλέλληνας, που δουλεύει σε ένα φορέα της Καθολικής Εκκλησίας και έπεισε τον Διευθυντή της Εταιρίας να μας δωρίσει τα 2 καροτσάκια για το 7χρονο κοριτσάκι και την 54χρονη κυρία. Δεν είναι πάντα εύκολο να το καταφέρουμε...... Όταν μπορούμε βοηθούμε.»


Σας χρειαζόμαστε! Όλους! Κι εσένα που τώρα διαβάζεις, κι εσένα που απλά προσπερνάς τις αφίσες, κι εσένα που πετάς τα καπάκια στα σκουπίδια… Για να τα καταφέρουμε, έχουμε ανάγκη ο ένας τον άλλον!


Όλοι μας μπορούμε να γίνουμε εθελοντές, γιατί όλοι μας μπορούμε να αγαπήσουμε!


Ν.Ε.Α. Καβάλας
Αρθρογράθος : Εύα Χατζηραφαηλίδου


Τρίτη, 9 Σεπτεμβρίου 2014

Ανοίξαμε και δε σας περιμένουμε

Στήλη: Χωρίς Μάσκα 
της Αγγελική Μαρμαγκιώλη


Πήρε το μάτι μου προχτές στο facebook, ένα post που μου κίνησε την περιέργεια. 
«Ήρθες για να μείνεις ή θα φύγεις; Να κάνω καφέ ή όνειρα;» 

Και μου ήρθε στο μυαλό η εικόνα του ξενοδοχοϋπαλλήλου που όταν φτάνεις στο ξενοδοχείο και ζητάς δωμάτιο, σε ρωτάει με εκείνο το πλατύ χαμόγελο «πόσες μέρες θα μείνετε;» 

Και στη ζωή, το ίδιο δε συμβαίνει; 
Άνθρωποι έρχονται και φεύγουν όποτε τους κάνει κέφι, απρόσκλητοι, κουβαλάνε μαζί τους τις αποσκευές τους εισβάλλοντάς στην ηρεμία μας απροειδοποίητα, με μοναδικό σκοπό να βρουν ένα προσωρινό καταφύγιο και γρήγορα εξαφανίζονται εξίσου ξαφνικά

Και ποιος δεν το 'χει κάνει; 
Εσύ, εγώ, ο απέναντι. Όλοι μας. 
Το μυστικό όμως, βρίσκεται στην ευθύνη. 
Την ευθύνη της φυγής. 
Να την παραδεχτείς, να την φωνάξεις, να μην την καταλογίσεις στην ανεπάρκεια του άλλου. 
Να μην κάνεις την ανικανότητά σου, δική του

Ξενοδοχείο «Η καλή καρδιά», σου δίνω το κλειδί για το καλύτερο δωμάτιο. 
Penthouse, με θέα, εικοσιτετράωρο room service, και ό,τι ζητήσεις, είμαι πάντα εκεί έτοιμη να ικανοποιήσω τις ανάγκες σου και ας μη μου δώσεις φιλοδώρημα. 
Και έμεινες λίγο καιρό, απόλαυσες τις υπηρεσίες που σου προσφέραμε και ξαφνικά έφυγες χωρίς καν να πληρώσεις το λογαριασμό. 
Κάτσε ρε φίλε, που πας; 
Δε σου έμαθε κάνεις, πως οι ζημιές πληρώνονται
Φταίω και εγώ που δε ρώτησα πόσο καιρό σκοπεύεις να διαμείνεις, τσούρμο όμως οι αποσκευές σου, που να πάει το μυαλό μου; 
Μου πήρε λίγο καιρό να καταλάβω, ότι αυτές σου οι βαλίτσες ήταν βάρος που σε καθυστερούσαν, σε πήγαιναν πίσω και εσύ έψαχνες απλώς κάπου να τις φορτώσεις

Και κάπως έτσι κλείστηκα και εγώ. 
Το συγύρισα το δωμάτιο, το γυάλισα, το έβαψα και στο τέλος το κλείδωσα. 
Κλειδιά κανείς δεν πήρε. 
Από τότε, όποιος επισκέπτης έρχεται, ρωτάω πάντα τις μέρες διαμονής.
Ελεγχω τις βαλίτσες. Όποτε βλέπω πολλές, τους στέλνω πίσω. 
Κρεμάω μάλιστα και πλακάτ που τους ενημερώνει ότι είμαστε πλήρεις. 

Κακούς πελάτες στο ξενοδοχείο μου, δε θέλω πια. 
Λίγους και σταθερούς θέλω. 
Που κουβαλάνε σκέτο όνειρα και όχι απωθημένα. 
Που θα εκτιμήσουν τις παροχές και θα προσφέρουν και εκείνοι. 
Που ακόμη όμως και αν αποφασίσουν να φύγουν, δε θα το κάνουν σαν κλέφτες. 
Δε 'θα είναι κλέφτες

Αν όμως κατορθώσεις να με πείσεις πώς αξίζει να έχεις και εσύ ένα δωμάτιο, να ξέρεις θα σου δώσω το καλύτερο. 
Εκείνο που έχω ντύσει με χρώματα, που μυρίζει λεμονιά, που η μουσική του σε ταξιδεύει, που δε θα 'θες να αλλάξεις με κανένα.

Πηγή: PILLOW FIGHTS
Copyright © pillowfights.gr

Το καλοκαίρι που πέρασε...

→ τα highlights  του Καλοκαιριού ←

Είδα: Την τελετή αφής της φλόγας των Special Olympics από κοντά στην αρχαία Μεσημβρία.


Άκουσα: Blue Jeans - Lana Del Rey (πολλές φορές!).


Τραγούδησα: Φάλτσα...Το βράδυ όταν έβγαινε φεγγάρι.

Ζωγράφισα: Τα αρχικά μου στα εσώφυλλα αγαπημένων μου βιβλίων.

Διάβασα: The Great Gatsby - F. Scott Fitzgerald.


Έγραψα: Σκοτεινούς, φεγγαρογητεμένους στίχους.

Είπα: "Καλό Χειμώνα" στους συναδέλφους (ναι, από τώρα!).

Γέλασα: Βλέποντας 10η Εντολή με τη μαμά μου (το λες και διαστροφή).

Εκνευρίστηκα: Με τους διοργανωτές ενός σεμιναρίου.

Έκλαψα: Με μια μακάβρια συζήτηση που δεν ήθελα καθόλου να κάνω.

Συγκινήθηκα: Όταν έμαθα ότι η κολλητή μου περιμένει αγοράκι.


Ταυτίστηκα: Με την αδάμαστη ψυχή των αλόγων.


Συζήτησα: Για τον τάφο στην Αμφίπολη (όπως όλοι γύρω μου).

Θυμήθηκα: Την πρώτη μου χρονιά ως εθελόντρια.

Διηγήθηκα: Την ιστορία για το πως έγραψα το πρώτο μου ποίημα.

Ερωτεύτηκα: Έναν Ιταλό τουρίστα, που έμοιαζε πολύ στον Antonio Banderas.


Ονειρεύτηκα: Μια σπάνια επαγγελματική εμπειρία στο εξωτερικό.

Φαντάστηκα: Νέες σκηνές μίας εκ των ιστοριών που γράφω.

Σχεδίασα: Τις επόμενες κινήσεις μου μέσα στο φθινόπωρο.

Αποφάσισα: Μετά από 8 χρόνια(από τότε που τα παράτησα), να τελειώσω επιτέλους τα Γερμανικά.

Ταξίδεψα: Με το νου στα φαντασμαγορικά party του Jay Gatsby στο West Egg.

Συνάντησα: Μετά από πολύ κόπο -κακό timing!- την ξαδέρφη μου.

Γνώρισα: Για πρώτη φορά την κόρη ενός πολύ στενού οικογενειακού μας φίλου(παρόλο που εκείνον τον ξέρω περίπου 10 χρόνια!).

Κόλλησα: Με τις επαναλήψεις αγαπημένων ξένων σειρών.

Μαγείρεψα: Αυγά Ποσέ*

Έφαγα: 6 κεράσματα τον Δεκαπεντάυγουστο στη δουλειά!

Ήπια: Καφέ και μπύρες (σε τιτάνιες ποσότητες!).

Έπαιξα: "Εγώ ποτέ δεν..." με φίλους ένα βράδυ στην παραλία.

Έψαξα: Για δωρεάν σεμινάρια στην πόλη μου(τζίφος!).

Αγόρασα: Τσάντα και flat πέδιλα Axel και μπότες δερμάτινες Migato, όλα με 50% έκπτωση.

Πειραματίστηκα: Μ' ένα vintage λευκό blazer της μαμάς μου.

Έμαθα: Κάτι απροσδόκητο για ένα κοντινό μου πρόσωπο.

Είδα με άλλο μάτι: Τη φράση "ο πελάτης έχει πάντα δίκιο".

Κάτι που δεν περίμενα να κάνω: Να με ξυπνήσουν 6μιση το πρωί και από τα νεύρα μου να βάλω πλυντήριο.


Όφις politics

Όφις politics
Μου βρήκε δουλειά και έπειτα με απέλυσε χωρίς αιτία. 
Όχι κάποιος σκληρός εργοδότης, αλλά η κολλητή μου. 


Από τη Δέσποινα, όπως τα διηγήθηκε στη Μαρία Πετρίδη


Με τη Φλώρα ήμασταν φίλες από το δημοτικό και παρόλο που ήμασταν διαφορετικές προσωπικότητες –εκείνη ήταν κοινωνική, δυναμική, οργανωτική, ενώ εγώ πιο εσωστρεφής και λιγομίλητη– ήμασταν αχώριστες για χρόνια, χειμώνα και καλοκαίρι, στα καλά και στα δύσκολα. Στην παρέα οι φίλοι μας τη φώναζαν «λοχία» λόγω του αυταρχικού της χαρακτήρα, αλλά εμένα αυτή η αυταρχικότητα δεν με ενοχλούσε. Την έβλεπα ως μια μορφή προστατευτικότητας απέναντί μου. Μέχρι που ξεκινήσαμε να δουλεύουμε μαζί και η αίσθηση αυτή άρχισε να αλλάζει.



Σε δουλειά να βρισκόμαστε

Όταν ήμασταν στο τέταρτο έτος των σπουδών μας, η Φλώρα ξεκίνησε να δουλεύει σε μια μεγάλη εταιρεία και ήταν ενθουσιασμένη. Λίγους μήνες αργότερα μου είπε ότι στην εταιρεία της έψαχναν για web designer μερικής απασχόλησης και μου πρότεινε να στείλω βιογραφικό. «Θα τους μιλήσω κι εγώ. Θα είναι τέλειο να δουλεύουμε μαζί!» μου είπε με ενθουσιασμό κι εγώ αμέσως ακολούθησα τη συμβουλή της.

Δύο εβδομάδες μετά με ξεναγούσε όλο καμάρι στα γραφεία. Δεν ήμασταν στο ίδιο τμήμα, αλλά είχαμε άμεση συνεργασία και τον πρώτο καιρό ήταν ο φύλακας άγγελός μου. Ήξερε ότι όταν βρίσκομαι σε καινούριο περιβάλλον αγχώνομαι, οπότε μου εξηγούσε τα πάντα και φρόντιζε να μη μου ξεφύγει κανένα λάθος. Κάποις άλλος μπορεί να το θεωρούσε παρεμβατικό, αλλά εγώ το έβλεπα ως ένδειξη αγάπης και φροντίδας.



Εργασία και χαρά

Σύντομα οι ικανότητές μου εκτιμήθηκαν, απέκτησα καλή σχέση με τους συναδέλφους μου και ένιωθα αρκετά πιο κοινωνική και δυναμική. Πριν κλείσω χρόνο στην εταιρεία, τα τμήματά μας ενοποιήθηκαν. Εγώ ξεκίνησα να δουλεύω full time και η Φλώρα έγινε project manager. Λίγες εβδομάδες αργότερα όμως τα πράγματα άρχισαν να παίρνουν δυσάρεστη τροπή.

Με μεγάλη στενοχώρια διαπίστωσα ότι η Φλώρα ως προϊσταμένη δεν ήταν απλώς ο λοχίας της παρέας, αλλά ένας δικτάτορας. Φώναζε σε όποιον έκανε λάθος, όταν κάτι δεν της άρεσε μιλούσε απότομα και ειρωνικά και αρνιόταν να ακούσει οποιαδήποτε άποψη ήταν αντίθετη με τη δική της. Από τις εκρήξεις αυτές δεν γλίτωνα ούτε εγώ. Για την ακρίβεια, ήμουν εκείνη που άκουγε τα περισσότερα, χωρίς συνήθως να υπάρχει ουσιαστικός λόγος, όπως με διαβεβαίωναν και όσοι παρακολουθούσαν τις απίστευτες σκηνές μεταξύ μας.

Το πρώτο διάστημα σκεφτόμουν ότι ήταν το άγχος της ευθύνης, αλλά όταν προσπάθησα να της μιλήσω για τη στάση της, εκείνη έκοψε τη συζήτηση με ένα «Εδώ δεν είμαστε στο σχολείο».



Friends connection lost

Όσο εκείνη συνέχιζε να διοικεί με τον αυταρχικό της τρόπο το τμήμα κι εγώ να αντιτίθεμαι στην τακτική της, άρχισε να επηρεάζεται αρνητικά και η σχέση μας εκτός δουλειάς. Στις εξόδους μας άρχισε ξαφνικά να σχολιάζει αρνητικά το ντύσιμο, τα μαλλιά μου, ακόμα και τι ποτό έπινα, ενώ όταν η κουβέντα πήγαινε στη δουλειά αντιμετώπιζε με σαρκασμό οτιδήποτε σχολίαζα, φροντίζοντας να επισημαίνει με υπόγειους τρόπους ότι χάρη σ’ εκείνη δεν τα είχα θαλασσώσει από την πρώτη μέρα.

Το συζήτησα με μια κοινή μας φίλη, η οποία υπέθεσε ότι ίσως στη Φλώρα δεν άρεσε το γεγονός ότι δεν την είχα ανάγκη πια για να τα καταφέρω, όπως συνέβαινε όταν ήμασταν μικρά παιδιά. «Νομίζω ότι σε βλέπει ανταγωνιστικά, κι αυτό δεν είναι καλό» κατέληξε. Η Φλώρα ήταν πράγματι πάντα ανταγωνιστική, όμως μου φάνηκε απίθανο να νιώθει έτσι για εμένα. Όταν λίγες μέρες αργότερα την παρακολούθησα άναυδη να παρουσιάζει μια δική μου ιδέα για δική της, θυμήθηκα τα λόγια της φίλης μας και αποφάσισα να αντιδράσω.

Όταν της ζήτησα εξηγήσεις, υποκρίθηκε πως δεν θυμόταν καν ότι της είχα προτείνει λίγες μέρες πριν μια «παρόμοια ιδέα». Όταν επέμεινα μην μπορώντας να πιστέψω ότι η παιδική μου φίλη μού έλεγε ψέματα κοιτάζοντάς με στα μάτια, μου είπε ότι, αν ήθελα να μιλήσουμε λίγο σοβαρά, έπρεπε να καταλάβω ότι σε εκείνη όφειλα το γεγονός ότι είχα δουλειά και καλά θα έκανα να τη σέβομαι περισσότερο.



Ψυχρός πόλεμος

Οι επόμενες τρεις εβδομάδες ήταν εφιαλτικές. Η κολλητή μου φίλη μού φόρτωνε λάθη άλλων, μου ανέθετε όλες τις ασήμαντες δουλειές και μου άλλαζε συνεχώς τα deadlines. Εν ολίγοις, ο λοχίας μού έκανε καψόνια. Είχα φτάσει στο όριά μου, κι έτσι αποφάσισα να της μιλήσω σε μια προσπάθεια να σώσω τόσο τη φιλία μας όσο και την ψυχολογική μου ισορροπία.

Πήγα στο γραφείο της και της είπα ανοιχτά όλα όσα σκεφτόμουν για τη συμπεριφορά της απέναντί μου και πόσο επικίνδυνη θεωρούσα την τροχιά που είχαν πάρει τα πράγματα. Με άκουσε χωρίς να με διακόψει, γεγονός που το θεώρησα καλό σημάδι. Όταν όμως ολοκλήρωσα, με κοίταξε στα μάτια και εκείνο το κλάσμα του δευτερολέπτου κατάλαβα ότι η σιωπή της πριν κάθε άλλο παρά καλό σημάδι ήταν. 

Η Φλώρα χαμογέλασε και μου είπε ότι είχα τρελαθεί τελείως, αφού ήμουν ο τελευταίος άνθρωπος στον κόσμο τον οποίο θα έβλεπε ανταγωνιστικά. Και ότι, προφανώς, το πρόβλημα με τον ανταγωνισμό και τη ζήλια το είχα εγώ και καλά θα έκανα να το κοιτάξω. Το αποκορύφωμα ήταν η φράση της «Μη με προκαλείς», που μου πέταξε πριν πάρει την τσάντα της και φύγει χτυπώντας πίσω της την πόρτα.



Φίλη-φίδι

Την επόμενη μέρα δεν μού μίλησε μέχρι το απόγευμα. Λίγο πριν σχολάσω με φώναξε στο γραφείο της και μου είπε, χωρίς να με κοιτάζει, ότι από τη διεύθυνση της είχαν ζητήσει να κάνει περικοπές και ότι δεν μπορούσε πια να «δικαιολογεί το μισθό ανθρώπων που δεν έκαναν σωστά τη δουλειά τους». Επομένως, έπρεπε να μαζέψω τα πράγματά μου και να φύγω άμεσα.

Έμεινα να την κοιτάζω άναυδη. Ήξερα ότι η επιχείρηση πήγαινε καλά, ότι σύντομα θα αναλαμβάναμε και νέα πρότζεκτ και ότι υπήρχε μεγάλη πιθανότητα να γίνουν νέες προσλήψεις. Όσο για την απόδοσή μου στη δουλειά, απ’ όσο ήξερα δεν υπήρχαν παράπονα.

Σε μια τελευταία προσπάθεια επικοινωνίας την παρακάλεσα να μου απαντήσει ειλικρινά αν με έδιωχνε επειδή είχα διαφωνήσει μαζί της ή για κάποιον άλλο λόγο, που δεν είχα φανταστεί. Με κοίταξε δήθεν σοκαρισμένη και μου είπε ότι δεν θα έμπαινε καν στον κόπο να απαντήσει σε μια τέτοια ερώτηση. 

Πήγα στις τουαλέτες και άρχισα να κλαίω. Πώς ήταν δυνατόν η παιδική μου φίλη να έχει γίνει εχθρός μου; Πώς είχε μεταμορφωθεί ξαφνικά σε ένα πρόσωπο που δεν αναγνώριζα; Σκέφτηκα να ξαναπάω στο γραφείο της και να αρχίσω να της φωνάζω μπροστά σε όλους, να τη βρίσω, να πάω να μιλήσω στο διευθυντή. Δεν έκανα τίποτα. Έφυγα χωρίς να χαιρετήσω κανέναν.



This is it

Ένιωθα για εβδομάδες απίστευτη οργή και το γεγονός ότι οι κοινοί μας φίλοι πήραν το μέρος μου δεν με βοηθούσε να ηρεμήσω. Το ότι θα μπορούσα να μην είχα καταλάβει ποτέ σε ποιο σημείο ήταν ικανή να φτάσει η παιδική μου φίλη αν η ζωή δεν το έφερνε να δουλεύουμε μαζί με εξόργιζε. Σκεφτόμουν τα πιο παρανοϊκά σχέδια εκδίκησης, αλλά φυσικά δεν υλοποίησα κανένα από όλ’ αυτά. Κάποια στιγμή συνειδητοποίησα πως ό,τι κι αν έκανα για να την εκδικηθώ, η πικρία μέσα μου δεν θα έσβηνε, θα μεγάλωνε. Και οπωσδήποτε δεν μπορούσα να επιτρέψω στον εαυτό μου να αλλάξει γνώμη για την έννοια της φιλίας, όπως την είχα πάντα στο μυαλό μου. 

Σήμερα έχω αφήσει πίσω μου αυτή την ιστορία. Το χρωστάω στους υπόλοιπους φίλους μου. Ό,τι κι αν έγινε, όσο μεγάλη κι αν ήταν αυτή η απώλεια, επιλέγω συνειδητά να συνεχίσω να αγαπάω και να εμπιστεύομαι ανεπιφύλακτα τους αγαπημένους μου. Είτε τους γνωρίζω μία πενταετία είτε είκοσι ολόκληρα χρόνια.

Πηγή: Cosmopolitan

Ψέματα chatρα-πάτρα

On lying dating
Η Μελίσα Χέντερσον εξήγησε στο Cosmo πώς έφτασε να έχει ένα ειδύλλιο, μέσω social media, με κάποιον που δεν είχε ιδέα ποια ήταν στην πραγματικότητα.


(Όπως τα διηγήθηκε στην Abigail Pesta)

Ξεκίνησε σαν μια προσπάθεια να αποδράσω για λίγο από τη ζωή μου. Ήμουν στην Α' τάξη του λυκείου στο Σόσιερ του Μισισιπή, μια μικρή πόλη με ένα μεγάλο δρόμο και δύο φανάρια. Τα παιδιά στο σχολείο με φώναζαν φρικιό, περίεργη, χοντρή. Έτσι, μια μέρα αποφάσισα να γίνω μια άλλη.


Άλλης ξεκίνημα

Διάλεξα από το MySpace τη φωτογραφία προφίλ μιας ξανθιάς γαλανομάτας κοπέλας με ροκ στιλ από το Οχάιο, που την είχα δει πριν καιρό και μου άρεσε. Ήταν αδύνατη και όμορφη – το αντίθετο από εμένα, δηλαδή. Την πήρα και έφτιαξα ένα ψεύτικο προφίλ μιας κοπέλας που υποτίθεται την έλεγαν Άμπι Τζόνσον και έμενε στην Τζόρτζια. Δεν ήταν η πρώτη φορά που έφτιαχνα ψεύτικο προφίλ – το είχα ξανακάνει στο γυμνάσιο, αλλά μετά το είχα παρατήσει. Με την Άμπι ένιωθα πιο φιλόδοξη. Στο προφίλ της πόσταρα αστεία βίντεο και λινκ, ενώ τσέκαρα και τη σελίδα της κοπέλας από την οποία είχα δανειστεί τη φωτογραφία, ώστε όταν έβαζε καινούριες φωτογραφίες, να τις παίρνω και να τις ποστάρω κι εγώ.


Α way out

Το προφίλ της Άμπι ήταν μια διέξοδος από την πραγματική ζωή μου, που δεν ήταν και η πιο εύκολη, ειδικά από την ηλικία των 7, όταν έχασα τη μητέρα μου από καρκίνο στο στήθος. Μέχρι τότε εγώ και τα τέσσερα αδέρφια μου ζούσαμε τη συνηθισμένη ζωή μιας οικογένειας που μένει σε επαρχιακή πόλη. Όταν όμως πέθανε εκείνη, όλα μαύρισαν. Ο πατέρας μου έπεσε σε κατάθλιψη και συχνά ξεσπούσε την οργή του επάνω μου, καθώς τα υπόλοιπα αδέρφια μου είναι μεγαλύτερα και τον απέφευγαν πιο εύκολα. Ένιωθα τελείως μόνη. Στα 14 μου είχα αρχίσει να κόβομαι κρυφά με ξυραφάκια.

Όταν ξεκίνησε η Γ' λυκείου, μετέφερα το προφίλ της Άμπι στο Facebook και της έδωσα καινούριο τόπο κατοικίας, στο Μισισιπή. Το να «είμαι» εκείνη ήταν απελευθερωτικό, καθώς δεν είχα να φοβηθώ την κριτική κανενός. Στο σχολείο η κατάσταση συνέχιζε να είναι τραγική. Μια μέρα φόρεσα μια φωσφοριζέ μπλούζα και ένα αγόρι μού φώναξε: «Είσαι σαν τσιχλόφουσκα με τεράστιο κ*λο!». Μια άλλη μέρα κάποιος μού πέταξε ένα μήλο φωνάζοντας «γαμ*φρικιό!». Στα μέσα της χρονιάς τα παράτησα και κάθισα σπίτι, να διαβάσω για τις εξετάσεις GED, που είναι σαν απολυτήριο.


Second life

Εκείνες τις μέρες μού μίλησε για πρώτη φορά ένας τύπος που λεγόταν Τζάροντ Μάσελγουαϊτ. Ήταν γύρω στα 20 και έπαιζε σε ένα συγκρότημα στην Τζόρτζια. Με προσέγγισε (δηλαδή την Άμπι)λέγοντάς μου ότι είμαι πολύ όμορφη, ένα κομπλιμέντο που άκουγα συχνά ως Άμπι. Ανταλλάξαμε μερικά μηνύματα και μετά από λίγο τον πήρα τηλέφωνο για πρώτη φορά. Θα ακολουθούσαν πολλές ακόμα κλήσεις.

«Δέσαμε» αμέσως. Φαινόταν ευγενικός και γλυκός. Μου είπε την ιστορία του – είχε αφήσει κατά λάθος έγκυο την κοπέλα του όταν ήταν πολύ μικροί, παντρεύτηκαν και λίγα χρόνια αργότερα χώρισαν. Θεωρούσε τον εαυτό του λίγο περιθωριακό τύπο, σαν εμένα. Του είπα κι εγώ την ιστορία μου σε μια εκδοχή λίγο διαφορετική από την πραγματική, ότι δηλαδή προέρχομαι από μια πολύ ευτυχισμένη οικογένεια. Δεν ήθελα να με λυπάται.

Ανταλλάσσαμε μηνύματα και μιλούσαμε στο τηλέφωνο καθημερινά. Το ψέμα μου είχε αρχίσει να παίρνει τεράστιες διαστάσεις. Ήξερα ότι ο Τζάροντ νόμιζε ότι μιλούσε σε κάποια άλλη και ένιωθα άσχημα γι’ αυτό. Και μια μέρα μού ζήτησε να συναντηθούμε.


Reality check

Ήταν ένα ενοχλητικό reality check, αλλά αγνόησα προς στιγμήν τον πανικό μου και του είπα ότι είχα οικογενειακές υποχρεώσεις. Και φυσικά, δεν δεχόμουν να κάνουμε ούτε video chat. Καθώς εκείνος δεν τα παρατούσε, κάθε του αίτημα να με δει με τάραζε.

Υπήρχαν φορές που ήθελα να του πω όλη την αλήθεια και φαντασιωνόμουν ότι αν με αγαπούσε αληθινά, θα ξεπερνούσε την απάτη μου. Αλλά κατά βάθος ήξερα ότι δεν υπήρχε τέτοια περίπτωση, οπότε συνέχισα να εφευρίσκω δικαιολογίες. Μια δυο φορές σκέφτηκα να εξαφανιστώ, αλλά ήξερα ότι θα μου λείψει πολύ. Πιστεύω ότι εκείνος είχε αρχίσει να υποψιάζεται ότι κάτι δεν πήγαινε καλά, αλλά όπως κι εγώ, ήθελε να πιστέψει σ’ αυτή τη φαντασίωση. Ζούσαμε κι οι δυο σε μια υπέροχη φούσκα.

Για πρώτη φορά ένιωθα ότι ερωτευόμουν στ’ αλήθεια. Ο Τζάροντ μού είπε ότι του συνέβαινε το ίδιο. Τα λόγια του μου έδιναν αυτοπεποίθηση και έτσι άρχισα να φροντίζω περισσότερο την εμφάνισή μου και στην πραγματική ζωή – έχασα βάρος, πρόσεχα το ντύσιμό μου. Κάναμε και συζητήσεις περί σεξ, αποκαλύπτοντας ο ένας στον άλλο τι μας αρέσει. Στην πραγματικότητα, η μόνη μου εμπειρία ήταν ένα φιλί σε ένα πάρτι όπου παίζαμε «μπουκάλα».


Το δόλωμα

Οι μήνες πέρασαν κι εγώ πήρα το απολυτήριο GED, έπιασα δουλειά σε ένα φαστ φουντ και ζούσα σε ένα μάλλον μεταβατικό στάδιο. Είχα την ανάγκη να δραπετεύω όλο και πιο βαθιά στο ειδύλλιό μας. Αλλά αυτό δεν θα κρατούσε για πολύ. Το καλοκαίρι του 2012, πάνω από ένα χρόνο αφότου είχα γνωρίσει τον Τζάροντ, δέχτηκα ένα τηλεφώνημα από έναν τύπο που λέγεται Νεβ Σάλμαν. Η καρδιά μου κόντεψε να πεταχτεί έξω από το στήθος μου. Κατάλαβα ότι με είχαν τσακώσει.

Είχα δει το ντοκιμαντέρ Catfish που είχε γυρίσει ο Νεβ σχετικά με το πώς είχε ερωτευτεί μια γυναίκα online, μέχρι που ανακάλυψε ότι είχε ερωτευτεί το ψεύτικο προφίλ της. Μου εξήγησε ότι είχε ξεκινήσει μια εκπομπή στο MTV για σχέσεις που γεννιούνται μέσω ίντερνετ και ότι ο Τζάροντ είχε επικοινωνήσει μαζί του και του είχε ζητήσει να τον βοηθήσει.

Με κατέκλυσαν όλων των ειδών τα συναισθήματα: πανικός, νευρικότητα και τελικά ανακούφιση. Ο Νεβ μού είπε ότι ήταν πολύ σημαντικό για τον Τζάροντ να συναντηθούμε. Ήξερα ότι αν δεν ξεκαθάριζα την κατάσταση εκείνη τη στιγμή, δεν θα το έκανα ποτέ. Είχα τρομοκρατηθεί.


Μια άβολη αλήθεια

Δεν θα ξεχάσω ποτέ τη στιγμή που συναντηθήκαμε. Η έκφραση στο πρόσωπο του Τζάροντ ήταν κάτι ανάμεσα στο απόλυτο σοκ και την απογοήτευση. Δώσαμε αμήχανα τα χέρια και του είπα ότι λυπάμαι πολύ και ότι δεν είμαι μια «Barbie». Καταλάβαινα πόσο στενοχωρημένος ήταν και ένιωθα σαν να ήμουν το χειρότερο άτομο στη γη.

Εκείνος μου είπε: «Έφτασα να σε ξέρω τόσο καλά, αλλά δεν έχω ιδέα ποια είσαι». Αργότερα είπε ότι ένιωθε λες και η κοπέλα του είχε πεθάνει. Ήταν από τις χειρότερες μέρες της ζωής μου. Έσβησα το προφίλ το ίδιο βράδυ. Πριν φύγει για Τζόρτζια, είπα στον Τζάροντ την ιστορία μου και ότι δεν είχα σκοπό να τον πληγώσω. Μου είπε να του στείλω friend request ως Μελίσα.

Λίγες μέρες μετά μου έστειλε ότι «Γαμώτο, ακόμα σε αγαπάω», αλλά ήταν ξεκάθαρο ότι ήταν τελείως μπερδεμένος. Τα μηνύματά μας αραίωσαν. Αργότερα εκείνο το καλοκαίριπήγα να τον δω να παίζει με το συγκρότημά του, αλλά μετά βίας μού μίλησε.


Love actually

Το φθινόπωρο αρχίσαμε να ανταλλάσσουμε πάλι κάποια μηνύματα στο Facebook και να γινόμαστε κάπως φίλοι. Η εκπομπή προβλήθηκε το Δεκέμβριο, και ενώ φίλοι και συγγενείς μού συμπαραστάθηκαν, άγνωστοι μού έστελναν προσβολές στο Τwitter και μου έλεγαν να πεθάνω. Το μόνο καλό ήταν ότι η κοπέλα της οποίας τη φωτογραφία είχα κλέψει μου έστειλε μήνυμα ότι με συγχωρεί.

Δεν είμαι περήφανη για όσα έκανα, αλλά τουλάχιστον έμαθα, αντί να προσπαθώ να δραπετεύσω από την πραγματικότητα, να προσπαθώ να την κάνω καλύτερη. Σήμερα έχω σχέση με κάποιον που τον ξέρω από μικρή και ο στόχος μου είναι να καταφέρω να σπουδάσω. Με τον Τζάροντ κρατάμε ακόμα κάποια επαφή. Εύχομαι να μείνουμε φίλοι. Στ’ αλήθεια.

Πηγή: Cosmopolitan

The Big C

Μελανό σημείο
Από μικρή άκουγα ότι ο ήλιος μπορεί να κάνει κακό. Δεν φανταζόμουν όμως μέχρι ποιου σημείου.


Από την Αντωνία, όπως τα διηγήθηκε στη Χριστίνα Μπίθα


Είμαι 31 ετών και από παλιά έπαιζα κρυφτό με τον ήλιο. Όταν εκείνος έβγαινε, εγώ κρυβόμουν. Δεν μπορούσα να με «χτυπάει». Δεν τον άντεχα, δεν τον συμπαθούσα. Ούτε κι εκείνος μάλλον – και μου το έδειξε.


Ανοιχτή σε προκλήσεις

Το δέρμα μου είναι ανοιχτόχρωμο, με πολλές ελιές – ανήκω, δηλαδή, στην κατηγορία ανθρώπων που πρέπει να προσέχουν πολύ όταν κάθονται στον ήλιο και, βέβαια, να πηγαίνουν συχνά για εξετάσεις. Επιπλέον, πριν από δεκαπέντε χρόνια ο παππούς μου είχε ξεπεράσει με επιυχία μια περιπέτεια με ένα μελάνωμα (τώρα πλησιάζει αισίως τα ενενήντα), οπότε θεωρητικά οικογενειακώς ήμασταν όλοι σε επιφυλακή.

Παρ’ όλα αυτά, δεν έδωσα και πολλή σημασία όταν η μαμά μου, σε μια κλασική σκηνή «σκαναρίσματος» των παιδιών της –έχω κι ένα μεγαλύτερο αδελφό–, πρόσεξε πως μια ελιά που είχα στον ώμο για καιρό είχε αρχίσει να μεγαλώνει.

Μετά από μήνες αναβλητικότητας επισκέφτηκα επιτέλους ένα δερματολόγο. Για την ακρίβεια μου έκλεισαν ραντεβού με το ζόρι οι δικοί μου, τόσο αμέριμνη ήμουν. «Λογικά δεν είναι τίποτα κακό» βιάστηκε να με καθησυχάσει εκείνος, «αλλά ας το δει και κάποιος πιο ειδικός» με συμβούλεψε. Πήγα, λίγο ανήσυχη πλέον, στο Αντικαρκινικό Τμήμα του «Αγίου Σάββα», όπου επίσης μου είπαν ότι μάλλον δεν ήταν τίποτα, αλλά καλό θα ήταν να αφαιρεθεί για προληπτικούς λόγους.

Όταν αφαίρεσε την ελιά, πίστεψα πως ξεμπέρδεψα μ’ αυτή την ιστορία. Δύο εβδομάδες αργότερα, μάλιστα, σιγουρεύτηκα πως όλα ήταν καλά από το χαλαρό ύφος της γραμματέως του γιατρού, που μου άφησε μήνυμα στον τηλεφωνητή ότι όποτε είχα χρόνο, μπορούσα να περάσω από το ιατρείο για τα αποτελέσματα της ιστολογικής. Φαντάζεστε, λοιπόν, την έκπληξή μου όταν έφτασα εκεί και μου ανακοίνωσαν πως η ιστολογική εξέταση είχε δείξει μελάνωμα. Δεν ήξερα πώς ν’ αντιδράσω.


Έκτακτα μέτρα

Το μελάνωμα, αν διαγνωστεί νωρίς, αντιμετωπίζεται σχετικά εύκολα. Το θέμα είναι ακριβώς αυτό, να το εντοπίσεις εγκαίρως. Γιατί όσο καθυστερείς, αυτό εισχωρεί μέσω των λεμφαδένων και απειλεί να εισβάλει στα ζωτικά σου όργανα. Αν συμβεί αυτό, ακόμα και τα πιο τραγικά σενάρια είναι πιθανά.

Στην περίπτωσή μου, η σκέψη του θανάτου περισσότερο με θύμωνε παρά με φόβιζε. Επαναλάμβανα συνεχώς στον εαυτό μου: «Φαντάσου τώρα να πεθάνω και να μην προλάβω να ταξιδέψω άλλο, να γνωρίσω κι άλλους ανθρώπους, να διαβάσω βιβλία, να μάθω κινέζικα, να ερωτευτώ πάλι μέχρι να διαλυθώ».

Μετά από δύο χειρουργεία, δύο λεμφαδένες λιγότερους και την περιοχή γύρω από το μελάνωμα να λείπει πια, κάθε καρκινικό κύτταρο είχε εξαφανιστεί από πάνω μου. Αλλά επειδή τον πρώτο καιρό μετά την εγχείρηση υπάρχει πάντα κίνδυνος επανεμφάνισης, έπρεπε να κάνω ανοσοθεραπεία με ιντερφερόνη, μια ουσία που αναλαμβάνει να δυναμώσει το ανοσοποιητικό σου σύστημα αλλά σε ρίχνει πολύ ψυχολογικά. Στις παρενέργειές της περιλαμβάνονται πόνος, ζαλάδα, μελαγχολία, κατάθλιψη. Τα πέρασα όλα.


She’s gonna make it

Εκείνη την εποχή έτυχε να μη δουλεύω – καλύτερα, γιατί έτσι δεν χρειαζόταν να δίνω εξηγήσεις σε ένα σωρό άσχετους στο γραφείο. Αλλά στα αισθηματικά το timing δεν μπορούσε να είναι χειρότερο: Μία μέρα πριν μάθω για το μελάνωμα, είχα χωρίσει από μια σχέση τρεισήμισι χρόνων.

Μία εβδομάδα αργότερα ο πρώην μου μου τηλεφώνησε για να με πληροφορήσει πως είχα ξεχάσει κάποια πράγματα σπίτι του. Όταν του είπα ότι νοσηλεύομαι στον «Άγιο Σάββα», έπαθε βέβαια σοκ, αλλά εγώ επέμεινα να μην έρθει να με δει. Δεν ήθελα να αντικρίσω άλλο ένα στενοχωρημένο για την κατάστασή μου πρόσωπο. Είχα τους κολλητούς μου φίλους και την οικογένειά μου, που προσπαθούσαν όλη μέρα να το παίζουν άνετοι και να λένε αστεία μπροστά μου, ενώ ήξερα πως πίσω μου υπέφεραν.


Staring at the Sun

Τουλάχιστον, τα μαλλιά μου έμειναν στη θέση τους. Η ανοσοθεραπεία είναι μεν δυνατή, αλλά όχι όσο η χημειοθεραπεία. Για είκοσι μέρες πηγαινοερχόμουν και υποβαλλόμουν σε συνεχή θεραπεία. Έπειτα ακολούθησε ένας χρόνος με ενέσεις ιντερφερόνης, τις οποίες έπρεπε να κάνω μόνη μου τρεις φορές την εβδομάδα. Εγώ, που σιχαινόμουν τα τρυπήματα όσο τίποτε άλλο.

Ένα χρόνο μετά είμαι πλέον καλά, χωρίς ενέσεις. Έχω αρχίσει να ξαναστέλνω βιογραφικά για δουλειά και να ελπίζω, καθώς επίσης και να βγαίνω έξω απλώς για να περάσω καλά. Στο σπίτι οι δικοί μου με αντιμετωπίζουν ακόμα με ιδιαίτερο τρόπο. Συνέχεια ακούω «Μην ανησυχείς γι’ αυτό ή για κείνο, θα το φροντίσω εγώ» και «Α, σου πλήρωσα το τάδε και το τάδε».Είμαι ευγνώμων για την αγάπη και τη συμπαράστασή τους, αλλά νιώθω πως είναι καιρός να νιώσω και πάλι ενήλικη, υγιής, δυνατή.

Συνεχίζω κάθε έξι μήνες να κάνω τις απαραίτητες εξετάσεις στον «Άγιο Σάββα», και παρόλο που οι κοντινοί μου φίλοι δεν έχουν ούτε ανάλογο οικογενειακό ιστορικό ούτε ανοιχτόχρωμο δέρμα σαν το δικό μου, μετά τη δική μου περιπέτεια έχουν αποφασίσει να κάνουν κι εκείνοι έλεγχο μία φορά το χρόνο.

Τώρα πια κάνω (μαύρο) χιούμορ για το ζώδιό μου, που είναι Καρκίνος. Και μόνο το ότι σκέφτομαι έτσι μου δείχνει πως έχω βγει πιο δυνατή από αυτή την εμπειρία. Αν πριν άφηνα τις μέρες να περνούν γκρινιάζοντας για μικροπράγματα, τώρα εκτιμώ την κάθε στιγμή και δεν αφήνω τίποτα να μου χαλάσει τη διάθεση. Και στραβοκοιτάζω όποιον με ρωτάει αν θα κάνω πλαστική για να εξαφανίσω το σημάδι της εγχείρησης. Θέλω να το έχω πάνω μου, να μου θυμίζει πως όλα αυτά που έζησα ήταν αληθινά. Τώρα προσέχω τον ήλιο περισσότερο, αλλά τον κοιτάζω κατάματα.


Sneaky business

Το μελάνωμα είναι ο πιο επιθετικός καρκίνος του δέρματος. Συνήθως αναπτύσσεται επιφανειακά, αλλάζει χρώμα, ματώνει, οπότε σου δίνει πολλές ενδείξεις πως κάτι δεν πάει καλά. Υπάρχουν όμως κι άλλα, πιο ύπουλα μελανώματα, που αναπτύσσονται σε βάθος, οπότε είναι δύσκολο να ανιχνευτούν.


Χαμός, σου λέω

Ένας χρήσιμος μνημονικός κανόνας είναι ο ΧΑΜΟΣ, από τα αρχικά των λέξεων «χρώμα», «ασυμμετρία», «μέγεθος», «όρια» και «σχήμα». Αν τρία τουλάχιστον από αυτά τα χαρακτηριστικά αλλάξουν σε κάποια από τις ελιές σου, πρέπει να επισκεφθείς κάποιον ειδικό.

6% από εσάς επισκέπτεστε το δερματολόγο σας για προληπτικούς λόγους (γιατί τόσο λίγες;).

Πηγή: Cosmopolitan